ΘΕΟΤΟΚΕ ΠΑΡΘΕΝΕ , χαῖρε , Κεχαριτωμένη ΜΑΡΙΑ , ὁ Κύριος , μετά Σοῦ · Εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί , καί εὐλογημένος , ὁ καρπός τῆς κοιλίας Σου · ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν ..
ΔΟΞΑ CΟΙ ! ΔΟΞΑ CΟΙ ! ΜΗΤΕΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΟΞΑ CΟΙ ! ΠΑΝΑΓΙΑ ! ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΝΤΕΣ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ CΟΙ , ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΘΕΟΤΟΚΕ !!! --- ὙΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, σῶσον ἡμᾶς, τήν ἐκκλησίαν σου, τήν ποίμνην σου, τούς μοναχούς σου, τό ὄρος σου,τά ἔθνη σου, τήν νεολαίαν σου, τόν λαόν, καί χώραν ταύτην καί τόν κόσμον σου ἅπαντα. Ἀμήν ---Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ, νά εἶναι :βοηθός, ὁδηγός, ἰατρός, συνεργός, ἀρωγός, ἀγωγός, φωτισμός,στηριγμός, ὁπλισμός, στολισμός,πλουτισμός, χορηγός, κάθε θεϊκῆς ἀγαθότητος στήν ζωήν σας.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Τό κατά Ἰωάννην Ἅγιο Εὐαγγέλιο

 

           ΜΡ                                                                       ΘΥ                 

                       Τό κατά ωάννην γιο Εαγγέλιο 

 

 

Tό κατά ωάννην γιον καί ερόν εαγγέλιον , εναι τό τέταρτον

Εαγγέλιον τς Καινς Διαθήκης , τό κτενέστερον καί θεολογικότερον  καί συμπληρώνει τά λλα τρία Ευαγγέλια .

   Χωρισμένο πό τούς Πατέρας τς κκλησίας μας  σέ 21 κεφάλαια, ναφέρει κτενέστερον τήν διδασκαλία το Κυρίου , καί ψηλά διδάγματα, καί ποκαλύψεις θεολογικές, δογματικές, καί περί τς θεότητος το ησο.

  Συγγραφεύς εναι διος γιος ωάννης , γαπημένος Μαθητής το Διδασκάλου, ποος γραψε, μαλλονσ τήν φεσο τό Εαγγέλιο στά λληνικά,  κατά παρότρυνση τν γαπημένων του πιστν .

    Μαθητής, μαθητής τς γάπης, καί ετός τς Θεολογίας, μαθών τά ψιστα , τίς λήθεις τά δόγματα, π ᾿ εθείας πότ όν Κύριο, καί πό τό γιο Πνεμα , καί πως βλέπουμε σέ εκόνες, να γγελον στόν μο του , να του μιλάει , καί να αποκαλύπτει τά οράνια .

 

   Καί πως διος ναφέρει, τι ...τατα πάντα γέγραπται, να πιστεύσητε, τι Χριστός στίν , Υός το Θεο , καί να πιστεύσαντες, ζωήν χητε , ν τ νόματι ατο....ωάν. κ .31 .

 

   ναφέρει κτενέστερα τήν διδασκαλία το Κυρίου, λεπτομερς τά το Θείου Πάθους, καί ψιστες δογματικές                                         λήθειες  χρηματίσασαι πνευματικοί δοδείκτες και βαση πίστεως και δογματων στήν πορεία τς κκλησίας, καί κηρύγματος .

   Δέν ναφέρει τό νομά του σέ κανενα σημεο το Εαγγελίου, 

καί ν ναφέρει νομαστικς τούς λλους μαθητάς, λους κατ ᾿ νομα , ταν χρειάζεται νά ναφερθ διος, γραφει :...και λλος μαθητής...

.... μαθητής κενος ...

...οτος στίν μαθητής γραψας τατα...

... μαθητής ν γάπα ησος , ...

 

Μόνο ες τήν ποκάλυψη ναφέρει τό νομά του , χι διά νά πιδειχθ , λλά , πειδή τά ναφερόμενα ες τό ερό βιβλίο τς ποκαλύψεως θα ταν σημαντικα και σοβαρα και φοβερα, 

αναφερει το ονομα του, θετοντάς το σαν σφραγιδα γνησιότητος, 

σαν νά λέγει. :..προσέξετε ατά πού θά διαβασετε, μήν μφιβάλλετε γιά τά γραφόμενα, οτε ν δυσπιστίσετε, τά χει γράφει , γαπημένος σας διδασκαλος, ωάννης .

 

   γραψε τό τέταρτο εαγγέλιο , τήν ποκάλυψη , καί τρες πιστολας, τοι 6 πό τά 27 βιβλία τς Καινς Διαθήκης .

 

  Υός το Ζεβεδαίου καί Σαλώμης , ποία Σαλώμη ταν συγγενής τς ΠΑΝΑΓΙΑΣ , νεώτερος δελφός το γίου ποστόλου  ακώβου .

γεννήθηκε σέ να μικρό χωριό  ψαροχωριό , τήν Βησθαϊδά, τό 7. μχ. , δηλαδή ταν σταυρωθηκε Χριστός το 26 τν · δέν μαθε καθόλου γράμματα , βοηθοσε τόν πατέρα του Ζεβεδαο πού ταν ψαράς , πό μικρός, μικρός ωάννης .

 

   Δέν γνώριζε καθόλου να γράφη, λλά τόσα μς δίδαξε καί φησε....τά βιβλία του, Εαγγέλιο , ποκάλυψη , καί πιστολές, τά παγόρευε στόν μαθητή του Πρόχορο καί γραφε .

   γινε ρχικς μαθητής το Τιμίου Προδρόμου , καί τήν κλήση του , τήν λαβε πό τόν διο τόν Κύριο, ταν μία μέρα ησος περιπατντας, τούς συνάντησε στην θάλασσα, με τόν πατέρα τους, Ζεβεδαο, ωάννης καί ακωβος, τούς καλεσε, καί ....   ο δέ , εθέως φέντες, τά δίκτυα καί τόν πατέρα κολούθησαν ατόν ....περίπου τό 30.μ.χ, το δηλαδή γιος μας , 23 τν .

  κολουθοσε πιστά καί συνεχς τόν Κύριον παντο...

γινε γαπημένος, κολουθν ατόν παντο καί μένων κοντά του σέ λα τα βήματα καί στάδια τν τελευταίων μερν καί ρν το Κυρίου, καί ες ατόν νεπιστεύθη Κύριος, τήν ΠΑΝΑΓΙΑΝ Μητέρα του στό Γολγοθ. : ...γύναι , δού υός σου.....δού Μήτηρ σου, καί π ᾿ κείνης τς ρας, λαβεν Μαθητής Ατήν ες τά δια .

 

    πό τότε , λαβε   γιος ωάννης, τήν ΠΑΝΑΓΙΑΝ ες τό σπίτι του , που το καί τό περον που γινε καί μυστικός δεπνος , καί γινε καί Πεντηκοστή , καί πρώτη ποστολική σύνοδος, καί τήν πηρετοσε πιστα, μέχρι τήν Κοίμηση καί νασταση καί νάληψη Της, , καί μετά τρεξε στό κήρυγμα .

 

   Τ τος 95.μ.Χ. ερίσκεται ξόριστος στήν νσον Πάτμον , που γραψε μέ ποκάλυψη τό φοβερό βιβλίο τς Αποκαλύψεως, καί βλέπουμε στίς μέρες μας, τήν λήθεια τν προφητειν ατν .

 

   Δύο τη ργότερα νακαλεται πό τήν ξορία, καί τοιμαζόταν γιά πιστροφή στήν φεσο, που πρχε νάγκη , λλά ο πιστοί τόν εχαν πολύ γαπήσει , καί θρηνοσαν , δέν θελαν νά χάσουν τόν ποιμένα τους, καί τόν παρακαλοσαν , νά τούς γράψει καί φήσει να βιβλίο , μέ τίς λήθεις το Κυρίου καί διδασκαλία, κτλ.

   Σεβάστηκε τό ατημα , τό θεϊκό τν πιστν , καί κατά προτροπή το Κυρίου , μεινε, νήστεψε τρες μέρες, καί νέβηκε στό βουνό να δοθε στήν προσευχή , νά φωτισθ διά τήν συγραφήν , καί μετά πό κτεν προσευχή , γινε κάτι τό τρομερό καί φοβερό· τό βουνό ρχισε νά σίεται, βροντές καί στραπές, καί Πρόχορος πεσα σάν νεκρός, λλά ωάννης, δέν φοβήθηκε, οτε κινήθηκε καθόλου, καί μεινε τάραχος ρθιος, καί κούστηκε μία βροντερή καί φοβερή φωνή :....ν ρχ ν Λόγος, καί Λόγος ν πρός τόν Θεόν , καί Θεός ν Λόγος....

πρώτη φράση , ο πρτες λέξεις δηλαδή το Αγίου Εαγγελίου το ωάννου, πού εναι καί τό Εαγγέλιο τς θείας Λειτουργίας τς ναστασεως .

 

   Τά λόγια ατα , καί λο τό λοιπό εαγγέλιο τά παγόρευε στόν Μαθητήν του Πρόχορο, γράφη τό εαγγέλιο , τό παρέδωσε στούς πιστούς, με τήν παρακληση νά δοθε σέ λο τόν κόσμον .

  Εναι τό θεολογικότερον Εαγγέλιον , μέ π ᾿ εθείας ποκάλυψιν ξ ορανο , καί δικαίως κκλησία μας το δωσε τόν τίτλον Θεολόγος .

   Τό διο τος, τοι , τό 97 μ.Χ, γραψε τίς τρες πιστολές .

   νεχώρησε διά φεσον , καί περιάγων πόλεις καί τόπους , στηρίζων τάς κκλησίας, διδάσκων , καί χειροτονν ερες πισκόπους, ως του ρθε ρα τς ναχωρήσεως του , καί συναντήσεως , με τόν γαπημένον του Διδάσκαλον , καί μαζί μέ τούς πτά μαθητάς του , νεχώρησε πό τό μέρος που μεναν διά λλο τόπον , φήσας τούς μαθητάς του σ να τόπον , πομακρύνθηκε διά νά προσευχηθ , πιστρέψααςς δέ , επς στούς μαθητάς του νά νοίξουν λάκκον , σέ σχμα σταυρο , κατέβη μέσα, καί επε... :   ...σύρατε τό χμα πού εναι μητέρα λων μας, σκεπάσετέ με μέ ατό .

Σκέπασαν μέχρι τά γόνατα, καί σταμάτησαν · 

καί επε γιος :..σκεπάσετε με μέχρι τόν λαιμόν....

καί πραξαν οτως ..

και συνέχεισε γιος, σκεπάσατε μου τό πρόσωπο...

τότε βαλαν ο μαθητές του να μανδήλιο στό πρόσωπον του , τόν σκέπασαν  φο τόν σπάσθησαν , καί μέ τρόμο σκέπασαν λο τόν λάκκο , πιστρέψαντες, μέ δάκρυα..

   Τήν πομένην νήγγειλαν στούς πιστούς τά φοβερα ατά γεγονότα, αφο καμαν προσευχή ο μαθητές, τήν τρίτην μέραν , πγαν στόν τάφον , βγαλαν τό χμα, λλά !!!!! !!!!!! το θαύματος !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! τάφος ταν κενός, δειος !!!!!

   νέβη ζν ες τούς ορανούς , καί μεινε στήν συνείδηση τν πιστν σάν  Μαθητής καί Εαγγελιστής τς γάπης, χι μόνο πειδή τήν δίδασκε, λλα κυρίως πειδή τήν βίωνε , καί μέχρι τέλους τς ζως του λεγε :...Τεκνία , γαπτε λλήλους ...

    κκλησία μας τιμ τήν εράν του μνήμην στίς 26 Σεπτεμβρίου , ν στίς 8 Μαΐου , ορτάζει , ορτάζομεν , τό θαμα τς ναδύσεως τς ερς κόνεως πό τόν τάφον του στήν φεσον , μέ τήν  θαυματουργικήν πενέργειαν το γίου Πνεύματος , τήν ποίαν ο πιστοί νόμασαν , πίγειον μάννα .

 

   Εε τά εκόνας καί γιογραφίας, φαίνεται σέ δύο λικίες, τήν  νεαράν , μέχρι τήν ναστασην το Κυρίου , παρασιωπτε περίοδος τς προστασίας τς ΠΑΝΑΓΙΑΣ, καί τόν βλέπουμε σέ μεγάλη λικία, προχωρημένη , τήν περίοδον το κηρύγματος. 

                               πολυτίκιον χος β΄

   πόστολε Χριστ τ  Θε γαπημένε , πιτάχυνον ῥῦσαι , λαόν ναπολόγητον · δέχεταί σε προσπίπτοντα, πιπεσόντα τ στήθει καταδεξάμενος , ν κέτευε Θεολόγε, καί πίμονον νέφος θνν διασκεδάσαι , ατούμενος μν ερήννην , καί τό μέγα λεος ....

                                 Κοντάκιον χος β ΄     

   Τά μεγαλεα σου Παρθένε τίς διηγήσεται ;βρύεις γάρ θαύματα, καί πηγάζεις άματα, καί πρεσβεύεις πέρ τν ψυχν μν , ς θεολόγος, καί φίλος Χριστο. 

 

                                       Μεγαλυναριον  

  Τ Σταυρ στάμενος το Χριστο , παρ ᾿ ατο δέξω , τήν Τεκοσαν ατόν γνς, καί υός δείχθης , θερτός τς ΘΕΟΤΟΚΟΥ , !!! δόξης ωάννη , ς κατηξίωσαι .

   Δίκτυα καί πλοα καταλιπών , θερμς ωάννη , κολούθησας τόν Χριστόν , καί φωτός το θείου , δεξάμενος, τήν αγλην , νθρώπους ζωγρν φθης , λόγ τς χάριτος .

 

κκλησία μας ες τάς εράς κολουθίας τόν ναφέρει ς ξς...:...

Το γίου νδόξου καί πανευφήμου,

 πόστόλου  καί Εαγγελιστο , 

πιστηθίου φίλου το Χριστο , 

γαπημένου , Παρθένου , 

ωάννου το Θεολόγου .

Τας ατο γίαις πρεσβείαις , καί τς ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΧΡΑΝΤΟΥ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΕΝΔΟΞΟΥ , ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ μν ΘΕΟΤΟΚΟΥ καί ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, τύχοιμεν τν αωνίων γαθν ΜΉΝ .

   

 

                                      Κεφάλαιο Α΄

                         Λόγος δημιουργός το παντός 

     1 ν ρχ ν Λόγος, κα Λόγος ν πρς τν Θεόν, κα Θες ν Λόγος.

 2 Οτος ν ν ρχ πρς τν Θεόν. 3 πάντα δι' ατο γένετο, κα χωρς ατο γένετο οδ ν γέγονεν. 

ν ατ ζω ν, κα ζω ν τ φς τν νθρώπων. 

5 κα τ φς ν τ σκοτί φαίνει, κα σκοτία ατ ο κατέλαβεν. 

                          Λόγος σάρξ γένετο 

   6 γένετο νθρωπος πεσταλμένος παρ Θεο, νομα ατ ωάννης·

 7 οτος λθεν ες μαρτυρίαν, να μαρτυρήσ περ το φωτός, να πάντες πιστεύσωσιν δι' ατο.

 8 οκ ν κενος τ φς, λλ' να μαρτυρήσ περ το φωτός. 

ν τ φς τ ληθινόν, φωτίζει πάντα νθρωπον, ρχόμενον ες τν κόσμον. 

10 ν τ κόσμ ν, κα κόσμος δι' ατο γένετο, κα κόσμος ατν οκ γνω. 

11 ες τ δια λθεν, κα ο διοι ατν ο παρέλαβον. 

12 σοι δ λαβον ατόν, δωκεν ατος ξουσίαν τέκνα Θεο γενέσθαι, τος πιστεύουσιν ες τ νομα ατο, 

13 ο οκ ξ αμάτων, οδ κ θελήματος σαρκς, οδ κ θελήματος νδρς, λλ' κ Θεο γεννήθησαν. 

14 Κα Λόγος σρξ γένετο κα σκήνωσεν ν μν, κα θεασάμεθα τν δόξαν ατο, δόξαν ς μονογενος παρ πατρός, πλήρης χάριτος κα ληθείας. 

                           Μαρτυρία το ωάννου 

15 ωάννης μαρτυρε περ ατο κα κέκραγε λέγων· Οτος ν ν επον, πίσω μου ρχόμενος μπροσθέν μου γέγονεν, τι πρτός μου ν. 

16 Κα κ το πληρώματος ατο μες πάντες λάβομεν, κα χάριν ντ χάριτος· 

17 τι νόμος δι Μωϋσέως δόθη, χάρις κα λήθεια δι ησο Χριστο γένετο. 

18 Θεν οδες ώρακεν πώποτε· μονογενς υἱὸς ν ες τν κόλπον το πατρς κενος ξηγήσατο. 

19 Κα ατη στν μαρτυρία το ωάννου, τε πέστειλαν ο ουδαοι ξ εροσολύμων ερες κα Λευίτας να ρωτήσωσιν ατόν· Σ τίς ε; 

20 κα μολόγησεν κα οκ ρνήσατο· κα μολόγησεν τι γ οκ εμ Χριστός. 

21 κα ρώτησαν ατόν· Τί ον; λίας ε σύ ; κα λέγει· Οκ εμί. προφήτης ε σύ; κα πεκρίθη, Ο. 

22 επον ον ατ· Τίς ε; να πόκρισιν δμεν τος πέμψασιν μς· τί λέγεις περ σεαυτο; 

23 φη· γ φων βοντος ν τ ρήμ, εθύνατε τν δν Κυρίου, καθς επεν σαΐας προφήτης. 

24 Κα πεσταλμένοι σαν κ τν Φαρισαίων·

 25 κα ρώτησαν ατν κα επον ατ· Τί ον βαπτίζεις, ε σ οκ ε Χριστς οτε λίας οτε προφήτης; 

26 πεκρίθη ατος ωάννης λέγων· γ βαπτίζω ν δατι· μέσος δ μν στηκεν ν μες οκ οδατε,

 27 ατς στιν πίσω μου ρχόμενος, ς μπροσθέν μου γέγονεν, ο γ οκ εμ ξιος να λύσω ατο τν μάντα το ποδήματος.

 28 Τατα ν Βηθανί γένετο πέραν το ορδάνου, που ν ωάννης βαπτίζων. 

                      μνός καί Λόγος το Πατρός 

29 Τ παύριον βλέπει ωάννης τν ησον ρχόμενον πρς ατόν, κα λέγει· δε μνς το Θεο αρων τν μαρτίαν το κόσμου.

 30 οτός στι περ ο γ επον· πίσω μου ρχεται νρ ς μπροσθέν μου γέγονεν, τι πρτός μου ν. 

31 κγ οκ δειν ατόν, λλ' να φανερωθ τ σραλ, δι τοτο λθον γ ν τ δατι βαπτίζων. 

32 Κα μαρτύρησεν ωάννης λέγων τι τεθέαμαι τ Πνεμα καταβανον ς περιστερν ξ ορανο, κα μεινεν π' ατόν· 

33 κγ οκ δειν ατόν, λλ' πέμψας με βαπτίζειν ν δατι, κενός μοι επεν· φ' ν ν δς τ Πνεμα καταβανον κα μένον π' ατόν, οτός στιν βαπτίζων ν Πνεύματι γί. 

34 κγ ώρακα, κα μεμαρτύρηκα τι οτός στιν υἱὸς το Θεο. 

                               κλήσης μαθητν 

35 Τ παύριον πάλιν εστήκει ωάννης κα κ τν μαθητν ατο δύο, 

36 κα μβλέψας τ ησο περιπατοντι λέγει· δε μνς το Θεο. 

37 κα κουσαν ατο ο δύο μαθητα λαλοντος κα κολούθησαν τ ησο. 

38 στραφες δ ησος κα θεασάμενος ατος κολουθοντας λέγει ατος· Τί ζητετε; ο δ επον ατ· Ραββί· λέγεται μεθερμηνευόμενον Διδάσκαλε· πο μένεις; 

39 λέγει ατος· ρχεσθε κα δετε. λθαν ον κα εδον πο μένει, κα παρ' ατ μειναν τν μέραν κείνην· ρα ν ς δεκάτη.

40 ν νδρέας δελφς Σίμωνος Πέτρου ες κ τν δύο τν κουσάντων παρ ωάννου κα κολουθησάντων ατ·

 41 ερίσκει οτος πρτον τν δελφν τν διον Σίμωνα κα λέγει ατ· Ερήκαμεν τν Μεσσίαν· στιν μεθερμηνευόμενον Χριστός· 

42 κα γαγεν ατν πρς τν ησον. μβλέψας ατ ησος επεν· Σ ε Σίμων υἱὸς ων· σ κληθήσ Κηφς, ρμηνεύεται Πέτρος. 

43 Τ παύριον θέλησεν ησος ξελθεν ες τν Γαλιλαίαν, κα ερίσκει Φίλιππον κα λέγει ατ· κολούθει μοι.

 44 ν δ Φίλιππος π Βηθσαϊδά, κ τς πόλεως νδρέου κα Πέτρου. 

45 ερίσκει Φίλιππος τν Ναθαναλ κα λέγει ατ· ν γραψε Μωϋσς ν τ νόμ κα ο προφται, ερήκαμεν, ησον τν υἱὸν το ωσφ τν π Ναζαρέτ. 

46 κα επεν ατ Ναθαναήλ· κ Ναζαρτ δύναταί τι γαθν εναι; λέγει ατ Φίλιππος· ρχου κα δε. 

47 εδεν ησος τν Ναθαναλ ρχόμενον πρς ατν κα λέγει περ ατο· δε ληθς σραηλίτης ν δόλος οκ στι. 

48 λέγει ατ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; πεκρίθη ησος κα επεν ατ· Πρ το σε Φίλιππον φωνσαι, ντα π τν συκν εδόν σε. 

49 πεκρίθη Ναθαναήλ κα λέγει ατ· Ραββί, σ ε υἱὸς το Θεο, σ ε βασιλες το σραήλ. 

50 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· τι επόν σοι, εδόν σε ποκάτω τς συκς, πιστεύεις; μείζω τούτων ψ. 

51 κα λέγει ατ· μν μν λέγω μν, π' ρτι ψεσθε τν ορανν νεγότα, κα τος γγέλους το Θεο ναβαίνοντας κα καταβαίνοντας π τν υἱὸν το νθρώπου.

 

                                          Κεφαλαιο β΄

 

                                          τό πρτο θαμα 

   1 Κα τ μέρ τ τρίτ γάμος γένετο ν Καν τς Γαλιλαίας, κα ν Μήτηρ το ησο κε· 

κλήθη δ κα ησος κα ο μαθητα ατο ες τν γάμον. 

3 κα στερήσαντος ονου λέγει Μήτηρ το ησο πρς ατόν· Ονον οκ χουσιν. 

4 λέγει ατ ησος· Τί μο κα σοί, γύναι; οπω κει ρα μου

5 λέγει Μήτηρ ατο τος διακόνοις· ,τι ν λέγ μν ποιήσατε. 

σαν δ κε δρίαι λίθιναι ξ κείμεναι, κατ τν καθαρισμν τν ουδαίων, χωροσαι ν μετρητς δύο τρες. 

7 λέγει ατος ησος· Γεμίσατε τς δρίας δατος. κα γέμισαν ατς ως νω. 

8 κα λέγει ατος· ντλήσατε νν κα φέρετε τ ρχιτρικλίν· κα νεγκαν. 

ς δ γεύσατο ρχιτρίκλινος τ δωρ ονον γεγενημένον - κα οκ δει πόθεν στίν· ο δ διάκονοι δεισαν ο ντληκότες τ δωρ - φωνε τν νυμφίον ρχιτρίκλινος 

10 κα λέγει ατ· Πς νθρωπος πρτον τν καλν ονον τίθησι, κα ταν μεθυσθσι, τότε τν λάσσω· σ τετήρηκας τν καλν ονον ως ρτι. 

11 Ταύτην ποίησεν τν ρχν τν σημείων ησος ν Καν τς Γαλιλαίας κα φανέρωσε τν δόξαν ατο, κα πίστευσαν ες ατν ο μαθητα ατο. 

                            τό φραγγέλιον ν τ να

12 Μετ τοτο κατέβη ες Καπερναομ ατς κα μήτηρ ατο κα ο δελφο ατο κα ο μαθητα ατο, κα κε μεινεν ο πολλς μέρας. 

13 Κα γγς ν τ πάσχα τν ουδαίων, κα νέβη ες εροσόλυμα ησος. 

14 κα ερεν ν τ ερ τος πωλοντας βόας κα πρόβατα κα περιστερς κα τος κερματιστς καθημένους, 

15 κα ποιήσας φραγέλλιον κ σχοινίων πάντας ξέβαλεν κ το ερο, τά τε πρόβατα κα τος βόας, κα τν κολλυβιστν ξέχεεν τ κέρμα κα τς τραπέζας νέτρεψε, 

16 κα τος τς περιστερς πωλοσιν επεν· ρατε τατα ντεθεν· μ ποιετε τν οκον το πατρός μου οκον μπορίου. 

17 μνήσθησαν δ ο μαθητα ατο τι γεγραμμένον στίν, ζλος το οκου σου καταφάγεταί με. 

         προαγγελία θανάτου καί ναστάσεως το Κυρίου

18 πεκρίθησαν ον ο ουδαοι κα επον ατ· Τί σημεον δεικνύεις μν, τι τατα ποιες; 

19 πεκρίθη ησος κα επεν ατος· Λύσατε τν ναν τοτον, κα ν τρισν μέραις γερ ατόν. 

20 επον ον ο ουδαοι· Τεσσαράκοντα κα ξ τεσιν κοδομήθη νας οτος, κα σ ν τρισν μέραις γερες ατόν; 

21 κενος δ λεγε περ το ναο το σώματος ατο. 

22 τε ον γέρθη κ νεκρν, μνήσθησαν ο μαθητα ατο τι τοτο λεγε, κα πίστευσαν τ γραφ κα τ λόγ ν επεν ησος. 

23 ς δ ν ν τος εροσολύμοις ν τ πάσχα ν τ ορτ, πολλο πίστευσαν ες τ νομα ατο, θεωροντες ατο τ σημεα ποίει· 

24 ατς δ ησος οκ πίστευεν αυτν ατος δι τ ατν γινώσκειν πάντας,

25 κα τι ο χρείαν εχεν να τις μαρτυρήσ περ το νθρώπου· ατς γρ γίνωσκε τί ν ν τ νθρώπ.

                                         Κεφάλαιο γ'

 

                      Ομιλία , διάλογος μέ τόν Νικόδημον 

   1 ν δ νθρωπος κ τν Φαρισαίων, Νικόδημος νομα ατ, ρχων τν ουδαίων· 

2 οτος λθε πρς ατν νυκτς κα επεν ατ· Ραββί, οδαμεν τι π Θεο λήλυθας διδάσκαλος· οδες γρ τατα τ σημεα δύναται ποιεν σ ποιες, ἐὰν μ Θες μετ' ατο. 

3 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· μν μν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθ νωθεν, ο δύναται δεν τν βασιλείαν το Θεο.

 4 λέγει πρς ατν Νικόδημος· Πς δύναται νθρωπος γεννηθναι γέρων ν; μ δύναται ες τν κοιλίαν τς μητρς ατο δεύτερον εσελθεν κα γεννηθναι; 

πεκρίθη ησος· μν μν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθ ξ δατος κα Πνεύματος, ο δύναται εσελθεν ες τν βασιλείαν το Θεο.

 6 τ γεγεννημένον κ τς σαρκς σάρξ στιν, κα τ γεγεννημένον κ το Πνεύματος πνεμά στι. 

7 μ θαυμάσς τι επόν σοι, δε μς γεννηθναι νωθεν.

8 τ πνεμα που θέλει πνε, κα τν φωνν ατο κούεις, λλ' οκ οδας πόθεν ρχεται κα πο πάγει· οτως στ πς γεγεννημένος κ το Πνεύματος. 

9 πεκρίθη Νικόδημος κα επεν ατ· Πς δύναται τατα γενέσθαι;

10 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· Σ ε διδάσκαλος το σραλ κα τατα ο γινώσκεις; 

11 μν μν λέγω σοι τι οδαμεν λαλομεν κα ωράκαμεν μαρτυρομεν, κα τν μαρτυρίαν μν ο λαμβάνετε. 

12 ε τ πίγεια επον μν κα ο πιστεύετε, πς ἐὰν επω μν τ πουράνια πιστεύσετε; 

13 κα οδες ναβέβηκεν ες τν ορανν ε μ κ το ορανο καταβάς, υἱὸς το νθρώπου ν ν τ οραν. 

14 κα καθς Μωϋσς ψωσε τν φιν ν τ ρήμ, οτως ψωθναι δε τν υἱὸν το νθρώπου, 

15 να πς πιστεύων ες ατν μ πόληται λλ' χ ζων αώνιον. 

16 Οτω γρ γάπησεν Θες τν κόσμον, στε τν υἱὸν ατο τν μονογεν δωκεν, να πς πιστεύων ες ατν μ πόληται λλ' χ ζων αώνιον. 

17 ο γρ πέστειλεν Θες τν υἱὸν ατο ες τν κόσμον να κρίν τν κόσμον, λλ' να σωθ κόσμος δι' ατο. 

18  πιστεύων ες ατν ο κρίνεται· δ μ πιστεύων δη κέκριται, τι μ πεπίστευκεν ες τ νομα το μονογενος υο το Θεο. 

19 ατη δέ στιν κρίσις, τι τ φς λήλυθεν ες τν κόσμον κα γάπησαν ο νθρωποι μλλον τ σκότος τ φς, ν γρ πονηρ ατν τ ργα. 

20 πς γρ φαλα πράσσων μισε τ φς κα οκ ρχεται πρς τ φς, να μ λεγχθ τ ργα ατο· 

21  δ ποιν τν λήθειαν ρχεται πρς τ φς, να φανερωθ ατο τ ργα, τι ν Θε στιν εργασμένα. 

22 Μετ τατα λθεν ησος κα ο μαθητα ατο ες τν ουδαίαν γν, κα κε διέτριβεν μετ' ατν κα βάπτιζεν. 

23 ν δ κα ωάννης βαπτίζων ν Ανν γγς το Σαλείμ, τι δατα πολλ ν κε, κα παρεγίνοντο κα βαπτίζοντο· 

24 οπω γρ ν βεβλημένος ες τν φυλακν ωάννης. 

25 γένετο ον ζήτησις κ τν μαθητν ωάννου μετ ουδαίου περ καθαρισμο. 

26 κα λθον πρς τν ωάννην κα επον ατ· Ραββί, ς ν μετ σο πέραν το ορδάνου, σ μεμαρτύρηκας, δε οτος βαπτίζει κα πάντες ρχονται πρς ατόν. 

27 πεκρίθη ωάννης κα επεν· Ο δύναται νθρωπος λαμβάνειν οδν ἐὰν μ δεδομένον ατ κ το ορανο. 

28 ατο μες μοι μαρτυρετε τι επον· οκ εμ γ Χριστός, λλ' τι πεσταλμένος εμ μπροσθεν κείνου. 

29  χων τν νύμφην νυμφίος στίν· δ φίλος το νυμφίου, στηκς κα κούων ατο, χαρ χαίρει δι τν φωνν το νυμφίου. ατη ον χαρ μ πεπλήρωται. 

30 κενον δε αξάνειν, μ δ λαττοσθαι. 

31  νωθεν ρχόμενος πάνω πάντων στίν. ν κ τς γς κ τς γς στιν κα κ τς γς λαλε· κ το ορανο ρχόμενος πάνω πάντων στί, 

32 κα ώρακεν κα κουσεν, τοτο μαρτυρε, κα τν μαρτυρίαν ατο οδες λαμβάνει. 

33  λαβν ατο τν μαρτυρίαν σφράγισεν τι Θες ληθής στιν. 

34 ν γρ πέστειλεν Θες, τ ήματα το Θεο λαλε· ο γρ κ μέτρου δίδωσιν Θες τ Πνεμα. 

35  πατρ γαπ τν υόν, κα πάντα δέδωκεν ν τ χειρ ατο.

36  πιστεύων ες τν υἱὸν χει ζων αώνιον· δ πειθν τ υἱῷ οκ ψεται ζωήν, λλ' ργ το Θεο μένει π' ατόν.

                                       Κεφάλαιον δ'

 

         Ες τό φρέαρ το ακώβ , συνάντησις μέ Σαμαρείτιδα 

   1 ς ον γνω ησος τι κουσαν ο Φαρισαοι τι ησος πλείονας μαθητς ποιε κα βαπτίζει ωάννης -

2 καίτοιγε ησος ατς οκ βάπτιζεν, λλ' ο μαθητα ατο  3 φκε τν ουδαίαν κα πλθεν ες τν Γαλιλαίαν. 

δει δ ατν διέρχεσθαι δι τς Σαμαρείας. 

ρχεται ον ες πόλιν τς Σαμαρείας λεγομένην Συχρ, πλησίον το χωρίου δωκεν ακβ ωσφ τ υἱῷ ατο. 

ν δ κε πηγ το ακώβ. ον ησος κεκοπιακς κ τς δοιπορίας καθέζετο οτως π τ πηγ· ρα ν σε κτη. 

ρχεται γυν κ τς Σαμαρείας ντλσαι δωρ. λέγει ατ ησος· Δός μοι πεν. 

8 ο γρ μαθητα ατο πεληλύθεισαν ες τν πόλιν, να τροφς γοράσωσι.

9 λέγει ον ατ γυν Σαμαρετις· Πς σ ουδαος ν παρ' μο πεν ατες, οσης γυναικς Σαμαρείτιδος ; ο γρ συγχρνται ουδαοι Σαμαρείταις. 

10 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· Ε δεις τν δωρεν το Θεο κα τίς στιν λέγων σοι, δός μοι πεν, σ ν τησας ατν, κα δωκεν ν σοι δωρ ζν. 

11 λέγει ατ γυνή· Κύριε, οτε ντλημα χεις, κα τ φρέαρ στ βαθύ· πόθεν ον χεις τ δωρ τ ζν; 

12 μ σ μείζων ε το πατρς μν ακώβ, ς δωκεν μν τ φρέαρ, κα ατς ξ ατο πιε κα ο υο ατο κα τ θρέμματα ατο; 

13 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· Πς πίνων κ το δατος τούτου διψήσει πάλιν· 

14 ς δ' ν πί κ το δατος ο γ δώσω ατ, ο μ διψήσει ες τν αἰῶνα, λλ τ δωρ δώσω ατ, γενήσεται ν ατ πηγ δατος λλομένου ες ζων αώνιον. 

15 λέγει πρς ατν γυνή· Κύριε, δός μοι τοτο τ δωρ, να μ διψ μηδ ρχομαι νθάδε ντλεν. 

16 λέγει ατ ησος· παγε φώνησον τν νδρα σου κα λθ νθάδε. 

                   ποκάλυψις τς ζως τς Σαμαρείτιδος, 

17 πεκρίθη γυν κα επεν· Οκ χω νδρα. λέγει ατ ησος· Καλς επας τι νδρα οκ χω· 

18 πέντε γρ νδρας σχες, κα νν ν χεις οκ στι σου νήρ· τοτο ληθς ερηκας. 

19 λέγει ατ γυνή· Κύριε, θεωρ τι προφήτης ε σύ. 

20 ο πατέρες μν ν τ ρει τούτ προσεκύνησαν· κα μες λέγετε τι ν εροσολύμοις στν τόπος που δε προσκυνεν. 

21 λέγει ατ ησος· Γύναι, πίστευσόν μοι τι ρχεται ρα τε οτε ν τ ρει τούτ οτε ν εροσολύμοις προσκυνήσετε τ πατρί. 

22 μες προσκυνετε οκ οδατε, μες προσκυνομεν οδαμεν· τι σωτηρία κ τν ουδαίων στίν. 

23 λλ' ρχεται ρα, κα νν στιν, τε ο ληθινο προσκυνητα προσκυνήσουσι τ πατρ ν πνεύματι κα ληθεί· κα γρ πατρ τοιούτους ζητε τος προσκυνοντας ατόν. 

24 πνεμα Θεός, κα τος προσκυνοντας ατν ν πνεύματι κα ληθεί δε προσκυνεν. 

25 λέγει ατ γυνή· Οδα τι Μεσσίας ρχεται λεγόμενος Χριστός· ταν λθ κενος, ναγγελε μν πάντα. 

26 λέγει ατ ησος· γώ εμι, λαλν σοι. 

27 κα π τούτ λθαν ο μαθητα ατο, κα θαύμασαν τι μετ γυναικς λάλει· οδες μέντοι επε, τί ζητες τί λαλες μετ' ατς;

28 φκεν ον τν δρίαν ατς γυν κα πλθεν ες τν πόλιν, κα λέγει τος νθρώποις·

29 Δετε δετε νθρωπον ς επέ μοι πάντα σα ποίησα· μήτι οτός στιν Χριστός; 

30 ξλθον ον κ τς πόλεως κα ρχοντο πρς ατόν. 

31 ν δ τ μεταξ ρώτων ατν ο μαθητα λέγοντες· Ραββί, φάγε. 

32  δ επεν ατος· γ βρσιν χω φαγεν, ν μες οκ οδατε. 

33 λεγον ον ο μαθητα πρς λλήλους· Μή τις νεγκεν ατ φαγεν; 

34 λέγει ατος ησος· μν βρμά στιν να ποι τ θέλημα το πέμψαντός με κα τελειώσω ατο τ ργον. 

35 οχ μες λέγετε τι τι τετράμηνός στι κα θερισμς ρχεται; δο λέγω μν, πάρατε τος φθαλμος μν κα θεάσασθε τς χώρας, τι λευκαί εσι πρς θερισμόν. δη. 

36 κα θερίζων μισθν λαμβάνει κα συνάγει καρπν ες ζων αώνιον, να κα σπείρων μο χαίρ κα θερίζων. 

37 ν γρ τούτ λόγος στν ληθινς, τι λλος στν σπείρων κα λλος θερίζων. 

38 γ πέστειλα μς θερίζειν οχ μες κεκοπιάκατε· λλοι κεκοπιάκασι, κα μες ες τν κόπον ατν εσεληλύθατε. 

39 κ δ τς πόλεως κείνης πολλο πίστευσαν ες ατν τν Σαμαρειτν δι τν λόγον τς γυναικς, μαρτυρούσης τι επέ μοι πάντα σα ποίησα. 

                                μολογία Σαμαρειτν 

40 ς ον λθον πρς ατν ο Σαμαρεται, ρώτων ατν μεναι παρ' ατος· κα μεινεν κε δύο μέρας. 

41 κα πολλ πλείους πίστευσαν δι τν λόγον ατο, 

42 τ τε γυναικ λεγον τι οκέτι δι τν σν λαλιν πιστεύομεν· ατο γρ κηκόαμεν, κα οδαμεν τι οτός στιν ληθς σωτρ το κόσμου. 

43 Μετ δ τς δύο μέρας ξλθεν κεθεν κα πλθεν ες τν Γαλιλαίαν. 

44 ατς γρ ησος μαρτύρησεν τι προφήτης ν τ δί πατρίδι τιμν οκ χει. 

45 τε ον λθεν ες τν Γαλιλαίαν, δέξαντο ατν ο Γαλιλαοι, πάντα ωρακότες ποίησεν ν εροσολύμοις ν τ ορτ· κα ατο γρ λθον ες τν ορτήν. 

                       θεραπεία το υο το αλικο

46 λθεν ον πάλιν ησος ες τν Καν τς Γαλιλαίας, που ποίησε τ δωρ ονον. κα ν τις βασιλικς, ο υἱὸς σθένει ν Καπερναούμ· 

47 οτος κούσας τι ησος κει κ τς ουδαίας ες τν Γαλιλαίαν, πλθε πρς ατν κα ρώτα ατν να καταβ κα άσηται ατο τν υόν· μελλε γρ ποθνσκειν.

 48 επεν ον ησος πρς ατόν· Ἐὰν μ σημεα κα τέρατα δητε, ο μ πιστεύσητε. 

49 λέγει πρς ατν βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πρν ποθανεν τ παιδίον μου. 

50 λέγει ατ ησος· Πορεύου· υός σου ζ. κα πίστευσεν νθρωπος τ λόγ ν επεν ατ ησος, κα πορεύετο. 

51 δη δ ατο καταβαίνοντος ο δολοι ατο πήντησαν ατ κα πήγγειλαν λέγοντες τι πας σου ζ. 

52 πύθετο ον παρ' ατν τν ραν ν κομψότερον σχε· κα επον ατ τι χθς ραν βδόμην φκεν ατν πυρετός. 

53 γνω ον πατρ τι ν κείν τ ρ ν επεν ατ ησος τι υός σου ζ· κα πίστευσεν ατς κα οκία ατο λη. 

54 Τοτο πάλιν δεύτερον σημεον ποίησεν ησος λθν κ τς ουδαίας ες τν Γαλιλαίαν.

                                   Κεφάλαιον ε'

 

           θεραπεία παραλύτου ν τ προβατικ κολυμβήθρ.

   1 Μετ τατα ν ορτ τν ουδαίων, κα νέβη ησος ες εροσόλυμα. 

στι δ ν τος εροσολύμοις π τ προβατικ κολυμβήθρα, πιλεγομένη βραϊστ Βηθεσδά, πέντε στος χουσα. 

ν ταύταις κατέκειτο πλθος τν σθενούντων, τυφλν, χωλν, ξηρν, κδεχομένων τν το δατος κίνησιν. 

γγελος γρ κατ καιρν κατέβαινεν ν τ κολυμβήθρ, κα ταράσσετο τ δωρ· ον πρτος μβς μετ τν ταραχν το δατος γις γίνετο δήποτε κατείχετο νοσήματι. 

ν δέ τις νθρωπος κε τριάκοντα κα κτ τη χων ν τ σθενεί ατο. 

6 τοτον δν ησος κατακείμενον, κα γνος τι πολν δη χρόνον χει, λέγει ατ· Θέλεις γις γενέσθαι; 

πεκρίθη ατ σθενν· Κύριε, νθρωπον οκ χω, να ταν ταραχθ τ δωρ, βάλ με ες τν κολυμβήθραν· ν δ ρχομαι γ, λλος πρ μο καταβαίνει. 

8 λέγει ατ ησος· γειρε, ρον τν κράβαττόν σου κα περιπάτει.

 9 κα εθέως γένετο γις νθρωπος, κα ρε τν κράβαττον ατο κα περιεπάτει. ν δ σάββατον ν κείν τ μέρ. 

10 λεγον ον ο ουδαοι τ τεθεραπευμέν· Σάββατόν στιν· οκ ξεστί σοι ραι τν κράβαττον. 

11 πεκρίθη ατος· ποιήσας με γι, κενός μοι επεν· ρον τν κράβαττόν σου κα περιπάτει. 

12 ρώτησαν ον ατόν· Τίς στιν νθρωπος επών σοι, ρον τν κράβαττόν σου κα περιπάτει; 

13  δ αθες οκ δει τίς στιν· γρ ησος ξένευσεν χλου ντος ν τ τόπ. 

14 μετ τατα ερίσκει ατν ησος ν τ ερ κα επεν ατ· δε γις γέγονας· μηκέτι μάρτανε, να μ χερόν σοί τι γένηται. 

15 πλθεν νθρωπος κα νήγγειλε τος ουδαίοις τι ησος στιν ποιήσας ατν γι. 

16 Κα δι τοτο δίωκον τν ησον ο ουδαοι κα ζήτουν ατν ποκτεναι, τι τατα ποίει ν σαββάτ. 

17  δ ησος πεκρίνατο ατος· πατήρ μου ως ρτι ργάζεται, κγ ργάζομαι. 

18 δι τοτο ον μλλον ζήτουν ατν ο ουδαοι ποκτεναι, τι ο μόνον λυε τ σάββατον, λλ κα πατέρα διον λεγε τν Θεόν, σον αυτν ποιν τ Θε. 

19 πεκρίνατο ον ησος κα επεν ατος· μν μν λέγω μν, ο δύναται υἱὸς ποιεν φ' αυτο οδν, ἐὰν μή τι βλέπ τν πατέρα ποιοντα· γρ ν κενος ποι, τατα κα υἱὸς μοίως ποιε. 

20  γρ πατρ φιλε τν υἱὸν κα πάντα δείκνυσιν ατ ατς ποιε, κα μείζονα τούτων δείξει ατ ργα, να μες θαυμάζητε.

              δύναμις το Κυρίου καί κριτής νεκρν  

21 σπερ γρ πατρ γείρει τος νεκρος κα ζοποιε, οτω κα υἱὸς ος θέλει ζοποιε. 

22 οδ γρ πατρ κρίνει οδένα, λλ τν κρίσιν πσαν δέδωκε τ υἱῷ, 

23 να πάντες τιμσι τν υἱὸν καθς τιμσι τν πατέρα. μ τιμν τν υἱὸν ο τιμ τν πατέρα τν πέμψαντα ατόν. 

24 μν μν λέγω μν τι τν λόγον μου κούων κα πιστεύων τ πέμψαντί με χει ζων αώνιον, κα ες κρίσιν οκ ρχεται, λλ μεταβέβηκεν κ το θανάτου ες τν ζωήν. 

25 μν μν λέγω μν τι ρχεται ρα, κα νν στιν, τε ο νεκρο κούσονται τς φωνς το υο το Θεο, κα ο κούσαντες ζήσονται· 

26 σπερ γρ πατρ χει ζων ν αυτ, οτως δωκε κα τ υἱῷ ζων χειν ν αυτ· 

27 κα ξουσίαν δωκεν ατ κα κρίσιν ποιεν, τι υἱὸς νθρώπου στί. 

28 μ θαυμάζετε τοτο· τι ρχεται ρα ν πάντες ο ν τος μνημείοις κούσονται τς φωνς ατο, 

29 κα κπορεύσονται ο τ γαθ ποιήσαντες ες νάστασιν ζως, ο δ τ φαλα πράξαντες ες νάστασιν κρίσεως. 

30 ο δύναμαι γ ποιεν π' μαυτο οδέν. καθς κούω κρίνω, κα κρίσις μ δικαία στίν· τι ο ζητ τ θέλημα τ μν, λλ τ θέλημα το πέμψαντός με πατρός. 

                          μαρτυρίες πέρ Χριστο

31 Ἐὰν γ μαρτυρ περ μαυτο, μαρτυρία μου οκ στιν ληθής. 

32 λλος στν μαρτυρν περ μο, κα οδα τι ληθής στιν μαρτυρία ν μαρτυρε περ μο. 

33 μες πεστάλκατε πρς ωάννην, κα μεμαρτύρηκε τ ληθεί· 

34 γ δ ο παρ νθρώπου τν μαρτυρίαν λαμβάνω, λλ τατα λέγω να μες σωθτε. 

35 κενος ν λύχνος καιόμενος κα φαίνων, μες δ θελήσατε γαλλιαθναι πρς ραν ν τ φωτ ατο. 

36 γ δ χω τν μαρτυρίαν μείζω το ωάννου· τ γρ ργα δωκέ μοι πατρ να τελειώσω ατά, ατ τ ργα γ ποι, μαρτυρε περ μο τι πατήρ με πέσταλκε.

37 κα πέμψας με πατρ, ατς μεμαρτύρηκε περ μο. οτε φωνν ατο κηκόατε πώποτε οτε εδος ατο ωράκατε, 

38 κα τν λόγον ατο οκ χετε μένοντα ν μν, τι ν πέστειλεν κενος, τούτ μες ο πιστεύετε. 

39 ρευντε τς γραφάς, τι μες δοκετε ν ατας ζων αώνιον χειν· κα κεναί εσιν α μαρτυροσαι περ μο· 

40 κα ο θέλετε λθεν πρός με να ζων χητε. 

41 δόξαν παρ νθρώπων ο λαμβάνω· 

42 λλ' γνωκα μς τι τν γάπην το Θεο οκ χετε ν αυτος. 

43 γ λήλυθα ν τ νόματι το πατρός μου, κα ο λαμβάνετέ με· ἐὰν λλος λθ ν τ νόματι τ δί, κενον λήψεσθε. 

44 πς δύνασθε μες πιστεσαι, δόξαν παρ λλήλων λαμβάνοντες, κα τν δόξαν τν παρ το μόνου Θεο ο ζητετε;

 45 μ δοκετε τι γ κατηγορήσω μν πρς τν πατέρα· στιν κατηγορν μν Μωϋσς, ες ν μες λπίκατε. 

46 ε γρ πιστεύετε Μωϋσε, πιστεύετε ν μοί· περ γρ μο κενος γραψεν. 

47 ε δ τος κείνου γράμμασιν ο πιστεύετε, πς τος μος ήμασι πιστεύσετε;

                                     Κεφάλαιο στ'

 

    θαμα πολλαπλασιασμου ρτων , χορτασμν τν χιλιάδων .

      

   1 Μετ τατα πλθεν ησος πέραν τς θαλάσσης τς Γαλιλαίας τς Τιβεριάδος· 

2 κα κολούθει ατ χλος πολύς, τι ώρων ατο τ σημεα ποίει π τν σθενούντων. 

νλθε δ ες τ ρος ησος κα κε κάθητο μετ τν μαθητν ατο. 

ν δ γγς τ πάσχα, ορτ τν ουδαίων. 

πάρας ον ησος τος φθαλμος κα θεασάμενος τι πολς χλος ρχεται πρς ατν, λέγει πρς τν Φίλιππον· Πόθεν γοράσωμεν ρτους να φάγωσιν οτοι

6 τοτο δ λεγε πειράζων ατόν· ατς γρ δει τί μελλε ποιεν. 

πεκρίθη ατ Φίλιππος· Διακοσίων δηναρίων ρτοι οκ ρκοσιν ατος να καστος ατν βραχύ τι λάβ. 

8 λέγει ατ ες κ τν μαθητν ατο, νδρέας δελφς Σίμωνος Πέτρου· 

στι παιδάριον ν δε ς χει πέντε ρτους κριθίνους κα δύο ψάρια· λλ τατα τί στιν ες τοσούτους; 

10 επεν δ ησος· Ποιήσατε τος νθρώπους ναπεσεν· ν δ χόρτος πολς ν τ τόπ. νέπεσον ον ο νδρες τν ριθμν σε πεντακισχίλιοι. 

11 λαβε δ τος ρτους ησος κα εχαριστήσας διέδωκε τος μαθητας, ο δ μαθητα τος νακειμένοις· μοίως κα κ τν ψαρίων σον θελον. 

12 ς δ νεπλήσθησαν, λέγει τος μαθητας ατο· Συναγάγετε τ περισσεύσαντα κλάσματα, να μή τι πόληται. 

13 συνήγαγον ον κα γέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων κ τν πέντε ρτων τν κριθίνων περίσσευσε τος βεβρωκόσιν. 

14 Ο ον νθρωποι, δόντες ποίησε σημεον ησος, λεγον τι οτός στιν ληθς προφήτης ρχόμενος ες τν κόσμον. 

15 ησος ον γνος τι μέλλουσιν ρχεσθαι κα ρπάζειν ατν να ποιήσωσιν ατν βασιλέα, νεχώρησε πάλιν ες τ ρος ατς μόνος. 

                    Χριστός περιπατν ες τήν λμνην 

16 ς δ ψία γένετο, κατέβησαν ο μαθητα ατο π τν θάλασσαν, 

17 κα μβάντες ες τ πλοον ρχοντο πέραν τς θαλάσσης ες Καπερναούμ. κα σκοτία δη γεγόνει κα οκ ληλύθει πρς ατος ησος, 

18  τε θάλασσα νέμου μεγάλου πνέοντος διεγείρετο. 

19 ληλακότες ον ς σταδίους εκοσι πέντε τριάκοντα θεωροσι τν ησον περιπατοντα π τς θαλάσσης κα γγς το πλοίου γινόμενον, κα φοβήθησαν. 

20  δ λέγει ατος· γώ εμι· μ φοβεσθε. 

21 θελον ον λαβεν ατν ες τ πλοον, κα εθέως τ πλοον γένετο π τς γς ες ν πγον. 

22 Τ παύριον χλος στηκς πέραν τς θαλάσσης εδον τι πλοιάριον λλο οκ ν κε ε μ ν κενο ες ς νέβησαν ο μαθητα ατο, κα τι ο συνεισλθε τος μαθητας ατο ησος ες τ πλοιάριον, λλ μόνοι ο μαθητα ατο πλθον· 

23 λλα δ λθε πλοιάρια κ Τιβεριάδος γγς το τόπου, που φαγον τν ρτον εχαριστήσαντος το Κυρίου· 

24 τε ον εδεν χλος τι ησος οκ στιν κε οδ ο μαθητα ατο, νέβησαν ατο ες τ πλοα κα λθον ες Καπερναομ ζητοντες τν ησον. 

25 κα ερόντες ατν πέραν τς θαλάσσης επον ατ· Ραββί, πότε δε γέγονας; 

26 πεκρίθη ατος ησος κα επεν· μν μν λέγω μν, ζητετέ με, οχ τι εδετε σημεα, λλ' τι φάγετε κ τν ρτων κα χορτάσθητε. 

27 ργάζεσθε μ τν βρσιν τν πολλυμένην, λλ τν βρσιν τν μένουσαν ες ζων αώνιον, ν υἱὸς το νθρώπου μν δώσει· τοτον γρ πατρ σφράγισεν Θεός. 

28 επον ον πρς ατόν· Τί ποιμεν να ργαζώμεθα τ ργα το Θεο; 

29 πεκρίθη ησος κα επεν ατος· Τοτό στι τ ργον το Θεο, να πιστεύητε ες ν πέστειλεν κενος. 

30 επον ον ατ· Τί ον ποιες σ σημεον να δωμεν κα πιστεύσωμέν σοι; τί ργάζ; 

31 ο πατέρες μν τ μάννα φαγον ν τ ρήμ, καθώς στι γεγραμμένον· ρτον κ το ορανο δωκεν ατος φαγεν. 

32 επεν ον ατος ησος· μν μν λέγω μν, ο Μωϋσς δέδωκεν μν τν ρτον κ το ορανο, λλ' πατήρ μου δίδωσιν μν τν ρτον κ το ορανο τν ληθινόν. 

33  γρ ρτος το Θεο στιν καταβαίνων κ το ορανο κα ζων διδος τ κόσμ. 

34 Επον ον πρς ατόν· Κύριε, πάντοτε δς μν τν ρτον τοτον. 

35 επε δ ατος ησος· γώ εμι ρτος τς ζως· ρχόμενος πρός με ο μ πεινάσ, κα πιστεύων ες μ ο μ διψήσει πώποτε. 

36 λλ' επον μν τι κα ωράκατέ με κα ο πιστεύετε. 

37 Πν δίδωσί μοι πατρ, πρς μ ξει, κα τν ρχόμενον πρς με ο μ κβάλω ξω· 

38 τι καταβέβηκα κ το ορανο οχ να ποι τ θέλημα τ μν, λλ τ θέλημα το πέμψαντός με. 

39 τοτο δέ στι τ θέλημα το πέμψαντός με πατρός, να πν δέδωκέ μοι μ πολέσω ξ ατο, λλ ναστήσω ατ ν τ σχάτ μέρ. 

40 τοτο δ στι τ θέλημα το πέμψαντός με, να πς θεωρν τν υἱὸν κα πιστεύων ες ατν χ ζων αώνιον, κα ναστήσω ατν γ τ σχάτ μέρ. 

41 γόγγυζον ον ο ουδαοι περ ατο τι επεν, γώ εμι ρτος καταβς κ το ορανο, 

42 κα λεγον· Οχ οτός στιν ησος υἱὸς ωσήφ, ο μες οδαμεν τν πατέρα κα τν μητέρα; πς ον λέγει οτος τι κ το ορανο καταβέβηκα; 

43 πεκρίθη ον ησος κα επεν ατος· Μ γογγύζετε μετ' λλήλων. 

44 οδες δύναται λθεν πρός με, ἐὰν μ πατρ πέμψας με λκύσ ατόν, κα γ ναστήσω ατν ν τ σχάτ μέρ. 

45 στι γεγραμμένον ν τος προφήταις· κα σονται πάντες διδακτο Θεο. πς κούων παρ το πατρς κα μαθν ρχεται πρός με. 

46 οχ τι τν πατέρα τις ώρακεν, ε μ ν παρ το Θεο, οτος ώρακε τν πατέρα. 

47 μν μν λέγω μν, πιστεύων ες μ χει ζων αώνιον. 

48 γώ εμι ρτος τς ζως. 

49 ο πατέρες μν φαγον τ μάννα ν τ ρήμ κα πέθανον· 

50 οτός στιν ρτος κ το ορανο καταβαίνων, να τις ξ ατο φάγ κα μ ποθάν. 

51 γώ εμι ρτος ζν κ το ορανο καταβάς· άν τις φάγ κ τούτου το ρτου, ζήσεται ες τν αἰῶνα. κα ρτος δ ν γ δώσω, σάρξ μού στιν, ν γ δώσω πρ τς το κόσμου ζως. 

52 μάχοντο ον πρς λλήλους ο ουδαοι λέγοντες· Πς δύναται οτος μν δοναι τν σάρκα φαγεν; 

53 επεν ον ατος ησος· μν μν λέγω μν, ἐὰν μ φάγητε τν σάρκα το υο το νθρώπου κα πίητε ατο τ αμα, οκ χετε ζων ν αυτος. 

54  τρώγων μου τν σάρκα κα πίνων μου τ αμα χει ζων αώνιον, κα γ ναστήσω ατν ν τ σχάτ μέρ. 

55  γρ σάρξ μου ληθς στι βρσις, κα τ αμά μου ληθς στι πόσις. 

56  τρώγων μου τν σάρκα κα πίνων μου τ αμα ν μο μένει, κγ ν ατ. 

57 καθς πέστειλέ με ζν πατρ κγ ζ δι τν πατέρα, κα τρώγων με κκενος ζήσεται δι' μέ. 

58 οτός στιν ρτος κ το ορανο καταβάς, ο καθς φαγον ο πατέρες μν κα πέθανον· τρώγων μου τοτον τν ρτον ζήσεται ες τν αἰῶνα. 

59 Τατα επεν ν συναγωγ διδάσκων ν Καπερναούμ. 

60 Πολλο ον κούσαντες κ τν μαθητν ατο επον· Σκληρός στιν λόγος· τίς δύναται ατο κούειν; 

61 εδς δ ησος ν αυτ τι γογγύζουσι περ τούτου ο μαθητα ατο, επεν ατος· Τοτο μς σκανδαλίζει;

 62 ἐὰν ον θεωρτε τν υἱὸν το νθρώπου ναβαίνοντα που ν τ πρότερον; 

63 τ Πνεμά στιν τ ζοποιον, σρξ οκ φελε οδέν· τ ήματα γ λαλ μν, πνεμά στι κα ζωή στιν. 

64 λλ' εσν ξ μν τινες ο ο πιστεύουσιν. δει γρ ξ ρχς ησος τίνες εσν ο μ πιστεύοντες κα τίς στιν παραδώσων ατόν. 

65 κα λεγε· Δι τοτο ερηκα μν τι οδες δύναται λθεν πρός με, ἐὰν μ δεδομένον ατ κ το πατρός μου. 

                 πομάκρυνσις πολλν , μολογία Πέτρου .

66 κ τούτου πολλο πλθον κ τν μαθητν ατο ες τ πίσω κα οκέτι μετ' ατο περιεπάτουν.

67 επεν ον ησος τος δώδεκα· Μ κα μες θέλετε πάγειν; 

68 πεκρίθη ον ατ Σίμων Πέτρος· Κύριε, πρς τίνα πελευσόμεθα; ήματα ζως αωνίου χεις· 

69 κα μες πεπιστεύκαμεν κα γνώκαμεν τι σ ε Χριστς υἱὸς το Θεο το ζντος.

70 πεκρίθη ατος ησος· Οκ γ μς τος δώδεκα ξελεξάμην; κα ξ μν ες διάβολός στιν. 

71 λεγε δ τν ούδαν Σίμωνος σκαριώτην· οτος γρ μελλεν ατόν παραδιδόναι, ες ν κ τν δώδεκα.

                                        Κεφάλαιον ζ'

 

                      πιστία τν ...δελφν το Χριστο

   1 Κα περιεπάτει ησος μετ τατα ν τ Γαλιλαί· ο γρ θελεν ν τ ουδαί περιπατεν, τι ζήτουν ατν ο ουδαοι ποκτεναι.

 2 ν δ γγς ορτ τν ουδαίων σκηνοπηγία. 

3 επον ον πρς ατν ο δελφο ατο· Μετάβηθι ντεθεν κα παγε ες τν ουδαίαν, να κα ο μαθηταί σου θεωρήσωσι τ ργα σου ποιες·

4 οδες γάρ ν κρυπτ τι ποιε κα ζητε ατς ν παρρησί εναι. ε τατα ποιες, φανέρωσον σεαυτν τ κόσμ. 
5
 οδ γρ ο δελφο ατο πίστευον ες ατόν. 

6 λέγει ον ατος ησος· καιρς μς οπω πάρεστιν, δ καιρς μέτερος πάντοτέ στιν τοιμος. 

7 ο δύναται κόσμος μισεν μς· μ δ μισε, τι γ μαρτυρ περ ατο τι τ ργα ατο πονηρά στιν.

 8 μες νάβητε ες τν ορτήν ταύτην, γ οπω ναβαίνω ες τν ορτν ταύτην, τι μς καιρς οπω πεπλήρωται. 

9 τατα δ επν ατος μεινεν ν τ Γαλιλαί. 

10 ς δ νέβησαν ο δελφο ατο, τότε κα ατς νέβη ες τν ορτήν, ο φανερς, λλ' ν κρυπτ

11 ο ον ουδαοι ζήτουν ατν ν τ ορτ κα λεγον· Πο στιν κενος; 

12 κα γογγυσμς πολς περ ατο ν ν τος χλοις, ο μν λεγον τι γαθός στιν, λλοι λεγον, ο, λλ πλαν τν χλον. 

13 οδες μέντοι παρρησί λάλει περ ατο δι τν φόβον τν ουδαίων. 

                   προέλευση τς διδαχς το Κυρίου 

14 δη δ τς ορτς μεσούσης νέβη ησος ες τ ερν κα δίδασκε. 

15 θαύμαζον ο ουδαοι λέγοντες· Πς οτος γράμματα οδε μ μεμαθηκώς; 

16 πεκρίθη ον ατος ησος κα επεν· μ διδαχ οκ στιν μ, λλ το πέμψαντός με· 

17 άν τις θέλ τ θέλημα ατο ποιεν, γνώσεται περ τς διδαχς, πότερον κ το Θεο στιν γ π' μαυτο λαλ. 

18  φ' αυτο λαλν τν δόξαν τν δίαν ζητε, δ ζητν τν δόξαν το πέμψαντος ατόν, οτος ληθής στιν, κα δικία ν ατ οκ στιν. 

                                 δικαία κρίσις 

19 ο Μωϋσς δέδωκεν μν τν νόμον; κα οδες ξ μν ποιε τν νόμον. τί με ζητετε ποκτεναι; 

20 πεκρίθη χλος κα επε· Δαιμόνιον χεις· τίς σε ζητε ποκτεναι; 

21 πεκρίθη ησος κα επεν ατος· ν ργον ποίησα, κα πάντες θαυμάζετε δι τοτο 

22 Μωϋσς δέδωκεν μν τν περιτομήν, οχ τι κ το Μωϋσέως στν, λλ' κ τν πατέρων, κα ν σαββάτ περιτέμνετε νθρωπον. 

23 ε περιτομν λαμβάνει νθρωπος ν σαββάτ, να μ λυθ νόμος Μωϋσέως, μο χολτε τι λον νθρωπον γι ποίησα ν σαββάτ! 

24 μ κρίνετε κατ' ψιν, λλ τν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. 

25 λεγον ον τινες κ τν εροσολυμιτν· Οχ οτός στιν ν ζητοσιν ποκτεναι; 

26 κα δε παρρησί λαλε, κα οδν ατ λέγουσι. μήποτε ληθς γνωσαν ο ρχοντες τι οτός στιν ληθς Χριστός; 

27 λλ τοτον οδαμεν πόθεν στίν· δ Χριστς ταν ρχηται, οδες γινώσκει πόθεν στίν. 

28 κραξεν ον ν τ ερ διδάσκων ησος κα λέγων· Κμ οδατε, κα οδατε πόθεν εμί· κα π' μαυτο οκ λήλυθα, λλ' στιν ληθινς πέμψας με, ν μες οκ οδατε· 

29 γ οδα ατόν, τι παρ' ατο εμι κκενός με πέστειλεν. 

30 ζήτουν ον ατν πιάσαι, κα οδες πέβαλεν π' ατν τν χερα, τι οπω ληλύθει ρα ατο. 

31 πολλο δ κ το χλου πίστευσαν ες ατόν κα λεγον τι Χριστς ταν λθ, μήτι πλείονα σημεα τούτων ποιήσει ν οτος ποίησεν; 

32 κουσαν ο Φαρισαοι το χλου γογγύζοντος περ ατο τατα, κα πέστειλαν πηρέτας ο Φαρισαοι κα ο ρχιερες να πιάσωσιν ατόν. 

33 επεν ον ησος· τι μικρν χρόνον μεθ' μν εμι κα πάγω πρς τν πέμψαντά με. 

34 ζητήσετέ με κα οχ ερήσετε· κα που εμ γ, μες ο δύνασθε λθεν. 

35 επον ον ο ουδαοι πρς αυτούς· Πο οτος μέλλει πορεύεσθαι, τι μες οχ ερήσομεν ατόν; μ ες τν διασπορν τν λλήνων μέλλει πορεύεσθαι κα διδάσκειν τος λληνας; 

36 τίς στιν οτος λόγος ν επε, ζητήσετέ με κα οχ ερήσετε, κα που εμ γ, μες ο δύνασθε λθεν; 

                                  δωρ ζν 

37 ν δ τ σχάτ μέρ τ μεγάλ τς ορτς εστήκει ησος κα κραξε λέγων· άν τις διψ, ρχέσθω πρός με κα πινέτω. 

38  πιστεύων ες μέ, καθς επεν γραφή, ποταμο κ τς κοιλίας ατο εύσουσιν δατος ζντος. 

39 τοτο δ επε περ το Πνεύματος ο μελλον λαμβάνειν ο πιστεύσαντες ες ατόν· οπω γρ ν Πνεμα γιον, τι ησος οδέπω δοξάσθη. 

                                         σχίσμα λαο

40 πολλο ον κ το χλου κούσαντες τν λόγον λεγον· Οτός στιν ληθς προφήτης· 

41 λλοι λεγον· Οτός στιν Χριστός· ο δ λεγον· Μ γρ κ τς Γαλιλαίας Χριστς ρχεται; 

42 οχ γραφ επεν τι κ το σπέρματος Δαυδ κα π Βηθλέεμ τς κώμης, που ν Δαυδ, Χριστς ρχεται; 

43 σχίσμα ον ν τ χλ γένετο δι' ατόν. 

44 τινς δ θελον ξ ατν πιάσαι ατόν, λλ' οδες πέβαλεν π' ατν τς χερας. 

45 λθον ον ο πηρέται πρς τος ρχιερες κα Φαρισαίους, κα επον ατος κενοι· Διατί οκ γάγετε ατόν; 

46 πεκρίθησαν ο πηρέται· Οδέποτε οτως λάλησεν νθρωπος, ς οτος νθρωπος. 

47 πεκρίθησαν ον ατος ο Φαρισαοι· Μ κα μες πεπλάνησθε; 

48 μή τις κ τν ρχόντων πίστευσεν ες ατν κ τν Φαρισαίων; 

               κατηγορίαι κατά ησο , καί Νικόδημος 

49 λλ' χλος οτος μ γινώσκων τν νόμον πικατάρατοί εσι! 

50 λέγει Νικόδημος πρς ατούς, λθν νυκτς πρς ατν, ες ν ξ ατν· 

51 Μ νόμος μν κρίνει τν νθρωπον, ἐὰν μ κούσ παρ' ατο πρότερον κα γν τί ποιε; 

52 πεκρίθησαν κα επον ατ· Μ κα σ κ τς Γαλιλαίας ε; ρεύνησον κα δε τι προφήτης κ τς Γαλιλαίας οκ γήγερται. 

53 Κα πλθεν καστος ες τν οκον ατο.

                                  Κεφάλαιον η'

 

                                    Περί μοιχαλίδος 

   1 ησος δ πορεύθη ες τ ρος τν λαιν· 

ρθρου δ πάλιν παρεγένετο ες τ ερόν, κα πς λας ρχετο πρς ατόν· κα καθίσας δίδασκεν ατούς. 

γουσι δ ο γραμματες κα ο Φαρισαοι γυνακα π μοιχεί κατειλημμένην, κα στήσαντες ατν ν μέσ 

4 λέγουσιν ατ· Διδάσκαλε, ατη γυν κατείληπται π' ατοφώρ μοιχευομένη· 

5 κα ν τ νόμ μν Μωϋσς νετείλατο τς τοιαύτας λιθάζειν.

6 σ ον τί λέγεις; τοτο δ επον κπειράζοντες ατόν, να σχσι κατηγορίαν κατ' ατο. δ ησος κάτω κύψας τ δακτύλ γραφεν ες τν γν. 

ς δ πέμενον ρωτντες ατόν, νέκυψε κα επεν ατος· ναμάρτητος μν πρτος βαλέτω λίθον π' ατν. 

8 κα πάλιν κάτω κύψας γραφεν ες τν γν.

 9 ο δ κούσαντες ξήρχοντο ες καθ' ες, ρξάμενοι π τν πρεσβυτέρων, κα κατελείφθη ησος κα γυν ν μέσ οσα.

10 νακύψας δ ησος επεν ατ· Γύναι, πο εσιν; οδείς σε κατέκρινεν; 

11  δ επεν· Οδείς, Κύριε. επε δ ησος· Οδ γώ σε κατακρίνω· πορεύου κα π το νν μηκέτι μάρτανε. 

 

12 Πάλιν ον ατος ησος λάλησε λέγων· γώ εμι τ φς το κόσμου· κολουθν μο ο μ περιπατήσ ν τ σκοτί, λλ' ξει τ φς τς ζως. 

13 επον ον ατ ο Φαρισαοι· Σ περ σεαυτο μαρτυρες· μαρτυρία σου οκ στιν ληθής. 

14 πεκρίθη ησος κα επεν ατος· Κν γ μαρτυρ περ μαυτο, ληθής στιν μαρτυρία μου, τι οδα πόθεν λθον κα πο πάγω· μες δ οκ οδατε πόθεν ρχομαι πο πάγω. 

15 μες κατ τν σάρκα κρίνετε· γ ο κρίνω οδένα. 

16 κα ἐὰν κρίνω δ γώ, κρίσις μ ληθής στιν, τι μόνος οκ εμί, λλ' γ κα πέμψας με πατήρ. 

17 κα ν τ νόμ δ τ μετέρ γέγραπται τι δύο νθρώπων μαρτυρία ληθής στιν. 

18 γώ εμι μαρτυρν περ μαυτο, κα μαρτυρε περ μο πέμψας με πατήρ. 

19 λεγον ον ατ· Πο στιν πατήρ σου; πεκρίθη ησος· Οτε μ οδατε οτε τν πατέρα μου· ε μ δειτε, κα τν πατέρα μου δειτε ν. 

20 Τατα τ ήματα λάλησεν ησος ν τ γαζοφυλακί διδάσκων ν τ ερ, κα οδες πίασεν ατόν, τι οπω ληλύθει ρα ατο. 

21 Επεν ον πάλιν ατος ησος· γ πάγω κα ζητήσετέ με, κα ν τ μαρτί μν ποθανεσθε· που γ πάγω, μες ο δύνασθε λθεν. 

22 λεγον ον ο ουδαοι· Μήτι ποκτενε αυτόν, τι λέγει, που γ πάγω, μες ο δύνασθε λθεν; 

23 κα επεν ατος· μες κ τν κάτω στέ, γ κ τν νω εμί· μες κ το κόσμου τούτου στέ, γ οκ εμ κ το κόσμου τούτου. 

24 επον ον μν τι ποθανεσθε ν τας μαρτίαις μν· ἐὰν γρ μ πιστεύσητε τι γώ εμι, ποθανεσθε ν τας μαρτίαις μν. 

25 λεγον ον ατ· Σ τίς ε; κα επεν ατος ησος· Τν ρχν ,τι κα λαλ μν. 

26 πολλ χω περ μν λαλεν κα κρίνειν· λλ' πέμψας με ληθής στι, κγ κουσα παρ' ατο, τατα λέγω ες τν κόσμον.

27 οκ γνωσαν τι τν πατέρα ατος λεγεν. 

28 επεν ον ατος ησος· ταν ψώσητε τν υἱὸν το νθρώπου, τότε γνώσεσθε τι γώ εμι, κα π' μαυτο ποι οδέν, λλ καθς δίδαξέ με πατρ μου, τατα λαλ. 

29 κα πέμψας με μετ' μο στιν· οκ φκέ με μόνον πατρ, τι γ τ ρεστ ατ ποι πάντοτε. 

30 Τατα ατο λαλοντος πολλο πίστευσαν ες ατόν. 

31 λεγεν ον ησος πρς τος πεπιστευκότας ατ ουδαίους· Ἐὰν μες μείνητε ν τ λόγ τ μ, ληθς μαθηταί μού στε, 

32 κα γνώσεσθε τν λήθειαν κα λήθεια λευθερώσει μς. 

33 πεκρίθησαν ατ· Σπέρμα βραάμ σμεν κα οδεν δεδουλεύκαμεν πώποτε· πς σ λέγεις τι λεύθεροι γενήσεσθε; 

34 πεκρίθη ατος ησος· μν μν λέγω μν τι πς ποιν τν μαρτίαν δολός στι τς μαρτίας. 

35  δ δολος ο μένει ν τ οκί ες τν αἰῶνα· υἱὸς μένει ες τν αἰῶνα. 

36 ἐὰν ον υἱὸς μς λευθερώσ ντως λεύθεροι σεσθε. 

37 οδα τι σπέρμα βραάμ στε· λλ ζητετέ με ποκτεναι, τι λόγος μς ο χωρε ν μν. 

38 γ ώρακα παρ τ πατρ μου λαλ· κα μες ον ωράκατε παρ τ πατρ μν ποιετε. 

39 πεκρίθησαν κα επον ατ· πατρ μν βραάμ στι. λέγει ατος ησος· Ε τέκνα το βραάμ τε, τ ργα το βραμ ποιετε. 

40 νν δ ζητετέ με ποκτεναι, νθρωπον ς τν λήθειαν μν λελάληκα, ν κουσα παρ το Θεο· τοτο βραμ οκ ποίησεν. 

41 μες ποιετε τ ργα το πατρς μν. επον ον ατ· μες κ πορνείας ο γεγεννήμεθα· να πατέρα χομεν, τν Θεόν. 

42 επεν ον ατος ησος· Ε Θες πατρ μν ν, γαπτε ν μέ, γ γρ κ το Θεο ξλθον κα κω· οδ γρ π' μαυτο λήλυθα, λλ' κενός με πέστειλε. 

43 διατί τν λαλιν τν μν ο γινώσκετε; τι ο δύνασθε κούειν τν λόγον τν μόν. 

44 μες κ το πατρς το διαβόλου στ, κα τς πιθυμίας το πατρς μν θέλετε ποιεν. 

45 κενος νθρωποκτόνος ν π' ρχς, κα ν τ ληθεί οκ στηκεν, τι οκ στιν λήθεια ν ατ· ταν λαλ τ ψεδος κ τν δίων λαλε, τι ψεύστης στ κα πατρ ατο. 45 γ δ τι τν λήθειαν λέγω, ο πιστεύετέ μοι. 

46 τίς ξ μν λέγχει με περ μαρτίας; ε δ λήθειαν λέγω, διατί μες ο πιστεύετέ μοι; 

47  ν κ το Θεο τ ήματα το Θεο κούει· δι τοτο μες οκ κούετε, τι κ το Θεο οκ στέ. 

48 πεκρίθησαν ον ο ουδαοι κα επον ατ· Ο καλς λέγομεν μες τι Σαμαρείτης ε σ κα δαιμόνιον χεις; 

49 πεκρίθη ησος· γ δαιμόνιον οκ χω, λλ τιμ τν πατέρα μου, κα μες τιμάζετέ με. 

50 γ δ ο ζητ τν δόξαν μου· στιν ζητν κα κρίνων. 

51 μν μν λέγω μν, άν τις τν λόγον τν μν τηρήσ, θάνατον ο μ θεωρήσ ες τν αἰῶνα. 

52 επον ον ατ ο ουδαοι· Νν γνώκαμεν τι δαιμόνιον χεις. βραμ πέθανε κα ο προφται, κα σ λέγεις, άν τις τν λόγον μου τηρήσ, ο μ γεύσηται θανάτου ες τν αἰῶνα; 

53 μ σ μείζων ε το πατρς μν βραάμ, στις πέθανε; κα ο προφται πέθανον· τίνα σεαυτν σ ποιες; 

54 πεκρίθη ησος· Ἐὰν γ δοξάζω μαυτόν, δόξα μου οδέν στιν· στιν πατήρ μου δοξάζων με, ν μες λέγετε τι Θες μν στι· 

55 κα οκ γνώκατε ατόν· γ δ οδα ατόν. κα άν επω τι οκ οδα ατόν, σομαι μοιος μν ψεύστης· λλ' οδα ατν κα τν λόγον ατο τηρ. 

56 βραμ πατρ μν γαλλιάσατο να δ τν μέραν τν μήν, κα εδε κα χάρη. 

57 επον ον ο ουδαοι πρς ατόν· Πεντήκοντα τη οπω χεις κα βραμ ώρακας; 

58 επεν ατος ησος· μν μν λέγω μν, πρν βραμ γενέσθαι γ εμί. 

59 ραν ον λίθους να βάλωσιν π' ατόν· ησος δ κρύβη, κα ξλθεν κ το ερο, διελθν δι μέσου ατν κα παργεν οτως.

                                     Κεφάλαιον θ'

 

                 θεραπεία το κ γεννητς τυφλο

   1 Κα παράγων εδεν νθρωπον τυφλν κ γενετς· 

2 κα ρώτησαν ατν ο μαθητα ατο λέγοντες· Ραββί, τίς μαρτεν, οτος ο γονες ατο, να τυφλς γεννηθ; 

πεκρίθη ησος· Οτε οτος μαρτεν οτε ο γονες ατο, λλ' να φανερωθ τ ργα το Θεο ν ατ. 

μ δε ργάζεσθαι τ ργα το πέμψαντός με ως μέρα στίν· ρχεται νξ τε οδες δύναται ργάζεσθαι.

 5 ταν ν τ κόσμ , φς εμι το κόσμου. 

6 τατα επν πτυσεν χαμα κα ποίησε πηλν κ το πτύσματος, κα πέχρισε τν πηλν π τος φθαλμος το τυφλο 

7 κα επεν ατ· παγε νίψαι ες τν κολυμβήθραν το Σιλωάμ, ρμηνεύεται πεσταλμένος. πλθεν ον κα νίψατο, κα λθε βλέπων. 

8 Ο ον γείτονες κα ο θεωροντες ατν τ πρότερον τι τυφλς ν, λεγον· Οχ οτός στιν καθήμενος κα προσαιτν;

λλοι λεγον τι οτός στιν· λλοι δ τι μοιος ατ στιν. κενος λεγεν τι γώ εμι. 

10 λεγον ον ατ· Πς νεχθησάν σου ο φθαλμοί; 

11 πεκρίθη κενος κα επεν· νθρωπος λεγόμενος ησος πηλν ποίησε κα πέχρισέ μου τος φθαλμος κα επέ μοι· παγε ες τν κολυμβήθραν το Σιλωμ κα νίψαι· πελθν δ κα νιψάμενος νέβλεψα. 

12 επον ον ατ· Πο στιν κενος; λέγει· Οκ οδα. 

13 γουσιν ατν πρς τος Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 

14 ν δ σάββατον τε τν πηλν ποίησεν ησος κα νέξεν ατο τος φθαλμούς. 

15 πάλιν ον ρώτων ατν κα ο Φαρισαοι πς νέβλεψεν. δ επεν ατος· Πηλν πέθηκέ μου π τος φθαλμούς, κα νιψάμην, κα βλέπω. 

16 λεγον ον κ τν Φαρισαίων τινές· Οτος νθρωπος οκ στι παρ το Θεο, τι τ σάββατον ο τηρε. λλοι λεγον· Πς δύναται νθρωπος μαρτωλς τοιατα σημεα ποιεν; κα σχίσμα ν ν ατος. 

17 λέγουσι τ τυφλ πάλιν· Σ τί λέγεις περ ατο, τι νοιξέ σου τος φθαλμούς; δ επεν τι προφήτης στίν. 

18 οκ πίστευον ον ο ουδαοι περ ατο τι τυφλς ν κα νέβλεψεν, ως του φώνησαν τος γονες ατο το ναβλέψαντος 

19 κα ρώτησαν ατος λέγοντες· Οτός στιν υἱὸς μν, ν μες λέγετε τι τυφλς γεννήθη; πς ον ρτι βλέπει; 

20 πεκρίθησαν δ ατος ο γονες ατο κα επον· Οδαμεν τι οτός στιν υἱὸς μν κα τι τυφλς γεννήθη· 

21 πς δ νν βλέπει οκ οδαμεν, τίς νοιξεν ατο τος φθαλμος μες οκ οδαμεν· ατς λικίαν χει, ατν ρωτήσατε, ατς περ αυτο λαλήσει. 

22 τατα επον ο γονες ατο, τι φοβοντο τος ουδαίους· δη γρ συνετέθειντο ο ουδαοι να, άν τις μολογήσ Χριστόν, ποσυνάγωγος γένηται. 

23 δι τοτο ο γονες ατο επον τι λικίαν χει, ατν ρωτήσατε. 

                                     μολογία τυφλο

24 φώνησαν ον κ δευτέρου τν νθρωπον ς ν τυφλς, κα επον ατ· Δς δόξαν τ Θε· μες οδαμεν τι νθρωπος οτος μαρτωλός στιν. 

25 πεκρίθη ον κενος κα επεν· Ε μαρτωλός στιν οκ οδα· ν οδα, τι τυφλς ν ρτι βλέπω. 

26 επον δ ατ πάλιν· Τί ποίησέ σοι; πς νοιξέ σου τος φθαλμούς; 

27 πεκρίθη ατος· Επον μν δη, κα οκ κούσατε· τί πάλιν θέλετε κούειν; μ κα μες θέλετε ατο μαθητα γενέσθαι; 

28 λοιδόρησαν ατν κα επον· Σ ε μαθητς κείνου· μες δ το Μωϋσέως σμν μαθηταί. 

29 μες οδαμεν τι Μωϋσε λελάληκεν Θεός· τοτον δ οκ οδαμεν πόθεν στίν.

30 πεκρίθη νθρωπος κα επεν ατος· ν γρ τούτ θαυμαστόν στιν, τι μες οκ οδατε πόθεν στί, κα νέξέ μου τος φθαλμούς. 

31 οδαμεν δ τι μαρτωλν Θες οκ κούει, λλ' άν τις θεοσεβς κα τ θέλημα ατο ποι, τούτου κούει. 

32 κ το αἰῶνος οκ κούσθη τι νοιξέ τις φθαλμος τυφλο γεγεννημένου· 

33 ε μ ν οτος παρ Θεο, οκ δύνατο ποιεν οδέν. 

34 πεκρίθησαν κα επον ατ· ν μαρτίαις σ γεννήθης λος, κα σ διδάσκεις μς; κα ξέβαλον ατν ξω. 

         πνευματική ρασις , πνευματική τύφλωσις 

35 κουσεν ησος τι ξέβαλον ατν ξω, κα ερν ατν επεν ατ· Σ πιστεύεις ες τν υἱὸν το Θεο; 

36 πεκρίθη κενος κα επε· Κα τίς στι, Κύριε, να πιστεύσω ες ατόν; 

37 επε δ ατ ησος· Κα ώρακας ατν κα λαλν μετ σο κενός στιν. 

38  δ φη· Πιστεύω, Κύριε· κα προσεκύνησεν ατ. 

39 κα επεν ησος· Ες κρίμα γ ες τν κόσμον τοτον λθον, να ο μ βλέποντες βλέπωσι κα ο βλέποντες τυφλο γένωνται. 

40 Κα κουσαν κ τν Φαρισαίων τατα ο ντες μετ' ατο, κα επον ατ· Μ κα μες τυφλοί σμεν; 

41 επεν ατος ησος· Ε τυφλο τε, οκ ν εχετε μαρτίαν· νν δ λέγετε τι βλέπομεν· ον μαρτία μν μένει.

                                         Κεφάλαιον ι'

 

              καλός ποιμήν , τά πρόβατα , κλέπτης , λύκος 

    1 μν μν λέγω μν, μ εσερχόμενος δι τς θύρας ες τν αλν τν προβάτων, λλ ναβαίνων λλαχόθεν, κενος κλέπτης στ κα λστής· 

2  δ εσερχόμενος δι τς θύρας ποιμήν στι τν προβάτων. 

3 τούτ θυρωρς νοίγει, κα τ πρόβατα τς φωνς ατο κούει, κα τ δια πρόβατα καλε κατ' νομα κα ξάγει ατά. 

4 κα ταν τ δια πρόβατα κβάλ, μπροσθεν ατν πορεύεται, κα τ πρόβατα ατ κολουθε, τι οδασι τν φωνν ατο·

5 λλοτρί δ ο μ κολουθήσωσιν, λλ φεύξονται π' ατο, τι οκ οδασι τν λλοτρίων τν φωνήν. 

6 Ταύτην τν παροιμίαν επεν ατος ησος· κενοι δ οκ γνωσαν τίνα ν λάλει ατος. 

7 Επεν ον πάλιν ατος ησος· μν μν λέγω μν τι γώ εμι θύρα τν προβάτων. 

8 πάντες σοι λθον πρ μο, κλέπται εσ κα λσταί· λλ' οκ κουσαν ατν τ πρόβατα. 

9 γώ εμι θύρα· δι' μο άν τις εσέλθ, σωθήσεται, κα εσελεύσεται κα ξελεύσεται, κα νομν ερήσει. 

10  κλέπτης οκ ρχεται ε μ να κλέψ κα θύσ κα πολέσ· γ λθον να ζων χωσι κα περισσν χωσιν. 

11 γώ εμι ποιμν καλός. ποιμν καλς τν ψυχν ατο τίθησιν πρ τν προβάτων· 

12  μισθωτς δ κα οκ ν ποιμήν, ο οκ εσ τ πρόβατα δια, θεωρε τν λύκον ρχόμενον κα φίησι τ πρόβατα κα φεύγει· κα λύκος ρπάζει ατ κα σκορπίζει τ πρόβατα. 

13  δ μισθωτς φεύγει, τι μισθωτός στι κα ο μέλει ατ περ τν προβάτων. 

14 γώ εμι ποιμν καλός, κα γινώσκω τ μ κα γινώσκομαι π τν μν, 

15 καθς γινώσκει με πατρ κγ γινώσκω τν πατέρα, κα τν ψυχήν μου τίθημι πρ τν προβάτων. 

16 κα λλα πρόβατα χω, οκ στιν κ τς αλς ταύτης· κκενά με δε γαγεν, κα τς φωνς μου κούσουσι, κα γενήσεται μία ποίμνη, ες ποιμήν. 

17 δι τοτό με πατρ γαπ, τι γ τίθημι τν ψυχήν μου, να πάλιν λάβω ατήν. 

18 οδες αρει ατν π' μο, λλ' γ τίθημι ατν π' μαυτο· ξουσίαν χω θεναι ατήν, κα ξουσίαν χω πάλιν λαβεν ατήν· ταύτην τν ντολν λαβον παρ το πατρός μου. 

19 Σχίσμα ον πάλιν γένετο ν τος ουδαίοις δι τος λόγους τούτους. 

20 λεγον δ πολλο ξ ατν· Δαιμόνιον χει κα μαίνεται· τί ατο κούετε; 

21 λλοι λεγον· Τατα τ ήματα οκ στι δαιμονιζομένου· μ δαιμόνιον δύναται τυφλν φθαλμος νογειν; 

                              Πατήρ καί Υός ν 

22 γένετο δ τ γκαίνια ν τος εροσολύμοις, κα χειμν ν· 

23 κα περιεπάτει ησος ν τ ερ ν τ στο το Σολομντος. 

24 κύκλωσαν ον ατν ο ουδαοι κα λεγον ατ· ως πότε τν ψυχν μν αρεις; ε σ ε Χριστός, επ μν παρρησί. 

25 πεκρίθη ατος ησος· Επον μν, κα ο πιστεύετε· τ ργα γ ποι ν τ νόματι το πατρός μου, τατα μαρτυρε περ μο· 

26 λλ' μες ο πιστεύετε· ο γάρ στε κ τν προβάτων τν μν, καθς επον μν. 

27 τ πρόβατα τ μ τς φωνς μου κούει, κγ γινώσκω ατά, κα κολουθοσί μοι, 

28 κγ ζων αώνιον δίδωμι ατος, κα ο μ πόλωνται ες τν αἰῶνα, κα οχ ρπάσει τις ατ κ τς χειρός μου. 

29  πατήρ μου, ς δέδωκέ μοι, μεζων πάντων στί, κα οδες δύναται ρπάζειν κ τς χειρς το πατρός μου. 

30 γ κα πατρ ν σμεν. 

31 βάστασαν ον πάλιν λίθους ο ουδαοι να λιθάσωσιν ατόν. 

32 πεκρίθη ατος ησος· Πολλ ργα καλ δειξα μν κ το πατρός μου, δι ποον ατν ργον λιθάζετέ με; 

33 πεκρίθησαν ατ ο ουδαοι λέγοντες· Περ καλο ργου ο λιθάζομέν σε, λλ περ βλασφημίας, κα τι σ νθρωπος ν ποιες σεαυτν Θεόν. 

34 πεκρίθη ατος ησος· Οκ στι γεγραμμένον ν τ νόμ μν, γ επα, θεοί στε; 

35 ε κείνους επε θεος, πρς ος λόγος το Θεο γένετο, κα ο δύναται λυθναι γραφή, 

36 ν πατρ γίασε κα πέστειλεν ες τν κόσμον, μες λέγετε τι βλασφημες, τι επον, υἱὸς το Θεο εμι; 

37 ε ο ποι τ ργα το πατρός μου, μ πιστεύετέ μοι· 

38 ε δ ποι, κν μο μ πιστεύητε, τος ργοις πιστεύσατε, να γντε κα πιστεύσητε, τι ν μο πατρ κγ ν ατ. 

39 ζήτουν ον πάλιν πιάσαι ατν· κα ξλθεν κ τς χειρς ατν.

 40 Κα πλθε πάλιν πέραν το ορδάνου, ες τν τόπον που ν ωάννης τ πρτον βαπτίζων, κα μεινεν κε.

 41 κα πολλο λθον πρς ατν κα λεγον τι ωάννης μν σημεον ποίησεν οδέν, πάντα δ σα επεν ωάννης περ τούτου, ληθ ν. 

42 κα πολλο πίστευσαν ες ατν κε.

                                   Κεφάλαιον ια'

 

                          νάστασις το Λαζάρου

   1 ν δέ τις σθενν Λάζαρος π Βηθανίας, κ τς κώμης Μαρίας κα Μάρθας τς δελφς ατς. 

ν δ Μαριμ λείψασα τν Κύριον μύρ κα κμάξασα τος πόδας ατο τας θριξν ατς, ς δελφς Λάζαρος σθένει. 

πέστειλαν ον α δελφα πρς ατν λέγουσαι· Κύριε, δε ν φιλες σθενε. 

κούσας δ ησος επεν· Ατη σθένεια οκ στι πρς θάνατον, λλ' πρ τς δόξης το Θεο, να δοξασθ υἱὸς το Θεο δι' ατς. 

γάπα δ ησος τν Μάρθαν κα τν δελφν ατς κα τν Λάζαρον. 

ς ον κουσεν τι σθενε, τότε μν μεινεν ν ν τόπ δύο μέρας· 

πειτα μετ τοτο λέγει τος μαθητας· γωμεν ες τν ουδαίαν πάλιν. 

8 λέγουσιν ατ ο μαθηταί· Ραββί, νν ζήτουν σε λιθάσαι ο ουδαοι, κα πάλιν πάγεις κε;

πεκρίθη ησος· Οχ δώδεκά εσιν ραι τς μέρας; άν τις περιπατ ν τ μέρ, ο προσκόπτει, τι τ φς το κόσμου τούτου βλέπει· 

10 ἐὰν δέ τις περιπατ ν τ νυκτί, προσκόπτει, τι τ φς οκ στιν ν ατ. 

11 τατα επε, κα μετ τοτο λέγει ατος· Λάζαρος φίλος μν κεκοίμηται· λλ πορεύομαι να ξυπνήσω ατόν· 

12 επον ον ο μαθητα ατο· Κύριε, ε κεκοίμηται, σωθήσεται. 

13 ερήκει δ ησος περ το θανάτου ατο· κενοι δ δοξαν τι περ τς κοιμήσεως το πνου λέγει. 

14 τότε ον επεν ατος ησος παρρησί· Λάζαρος πέθανε, 

15 κα χαίρω δι' μς, να πιστεύσητε, τι οκ μην κε· λλ' γωμεν πρς ατόν. 

16 επεν ον Θωμς λεγόμενος Δίδυμος τος συμμαθητας· γωμεν κα μες να ποθάνωμεν μετ' ατο. 

17 λθν ον ησος ερεν ατν τέσσαρας μέρας δη χοντα ν τ μνημεί. 

18 ν δ Βηθανία γγς τν εροσολύμων ς π σταδίων δεκαπέντε. 

19 κα πολλο κ τν ουδαίων ληλύθεισαν πρς τς περ Μάρθαν κα Μαρίαν να παραμυθήσωνται ατς περ το δελφο ατν. 

20  ον Μάρθα ς κουσεν τι ησος ρχεται, πήντησεν ατ· Μαρία δ ν τ οκ καθέζετο.

 21 επεν ον Μάρθα πρς τν ησον· Κύριε, ε ς δε, δελφός μου οκ ν τεθνήκει. 

22 λλ κα νν οδα τι σα ν ατήσ τν Θεν, δώσει σοι Θεός. 

23 λέγει ατ ησος· ναστήσεται δελφός σου. 

24 λέγει ατ Μάρθα· Οδα τι ναστήσεται ν τ ναστάσει ν τ σχάτ μέρ. 

25 επεν ατ ησος· γώ εμι νάστασις κα ζωή. 

26  πιστεύων ες μ, κν ποθάν, ζήσεται· κα πς ζν κα πιστεύων ες μ ο μ ποθάν ες τν αἰῶνα. πιστεύεις τοτο; 

27 λέγει ατ· Ναί, Κύριε, γ πεπίστευκα τι σ ε Χριστς υἱὸς το Θεο ες τν κόσμον ρχόμενος. 

28 κα τατα εποσα πλθε κα φώνησε Μαρίαν τν δελφν ατς λάθρ εποσα· διδάσκαλος πάρεστι κα φωνε σε. 

29 κείνη ς κουσεν, γείρεται ταχ κα ρχεται πρς ατόν. 

30 οπω δ ληλύθει ησος ες τν κώμην, λλ' ν ν τ τόπ που πήντησεν ατ Μάρθα. 

31 ο ον ουδαοι ο ντες μετ' ατς ν τ οκί κα παραμυθούμενοι ατήν, δόντες τν Μαρίαν τι ταχέως νέστη κα ξλθεν, κολούθησαν ατ, λέγοντες τι πάγει ες τ μνημεον να κλαύσ κε. 

32  ον Μαρία ς λθεν που ν ησος, δοσα ατν πεσεν ατο ες τος πόδας λέγουσα ατ· Κύριε, ε ς δε, οκ ν πέθανέ μου δελφός. 

33 ησος ον ς εδεν ατν κλαίουσαν κα τος συνελθόντας ατ ουδαίους κλαίοντας, νεβριμήσατο τ πνεύματι κα τάραξεν αυτόν, 

34 κα επε· Πο τεθείκατε ατόν; 

35 λέγουσιν ατ· Κύριε, ρχου κα δε. δάκρυσεν ησος. 

36 λεγον ον ο ουδαοι· δε πς φίλει ατόν· 

37 τινς δ ξ ατν επον· Οκ δύνατο οτος, νοίξας τος φθαλμος το τυφλο, ποισαι να κα οτος μ ποθάν; 

38 ησος ον, πάλιν μβριμώμενος ν αυτ, ρχεται ες τ μνημεον· ν δ σπήλαιον, κα λίθος πέκειτο π' ατ. 

39 λέγει ησος· ρατε τν λίθον. λέγει ατ δελφ το τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, δη ζει· τεταρταος γάρ στι. 

40 λέγει ατ ησος· Οκ επόν σοι τι ἐὰν πιστεύσς, ψει τν δόξαν το Θεο; 

41 ραν ον τν λίθον ο ν τεθνηκς κείμενος. δ ησος ρε τος φθαλμος νω κα επε· Πάτερ, εχαριστ σοι τι κουσάς μου. 

42 γ δ δειν τι πάντοτέ μου κούεις· λλ δι τν χλον τν περιεσττα επον, να πιστεύσωσιν τι σύ με πέστειλας. 

43 κα τατα επν φων μεγάλ κραύγασε· Λάζαρε, δερο ξω. 

44 κα ξλθεν τεθνηκς δεδεμένος τος πόδας κα τς χερας κειρίαις κα ψις ατο σουδαρί περιεδέδετο. λέγει ατος ησος· Λύσατε ατν κα φετε πάγειν. 

 

                                  προφητεία Καϊάφα

45 Πολλο ον κ τν ουδαίων, ο λθόντες πρς τν Μαρίαν κα θεασάμενοι ποίησεν ησος, πίστευσαν ες ατόν. 

46 τινς δ ξ ατν πλθον πρς τος Φαρισαίους κα επον ατος ποίησεν ησος. 

47 συνήγαγον ον ο ρχιερες κα ο Φαρισαοι συνέδριον κα λεγον· Τί ποιομεν, τι οτος νθρωπος πολλ σημεα ποιε; 

48 ἐὰν φμεν ατν οτω, πάντες πιστεύσουσιν ες ατόν, κα λεύσονται ο Ρωμαοι κα ροσιν μν κα τν τόπον κα τ θνος. 

49 ες δέ τις ξ ατν Καϊάφας, ρχιερες ν το νιαυτο κείνου, επεν ατος· μες οκ οδατε οδέν, 

50 οδ διαλογίζεσθε τι συμφέρει μν να ες νθρωπος ποθάν πρ το λαο κα μ λον τ θνος πόληται.

51 τοτο δ φ' αυτο οκ επεν, λλ ρχιερες ν το νιαυτο κείνου προεφήτευσεν τι μελλεν ησος ποθνήσκειν πρ το θνους, 

52 κα οχ πρ το θνους μόνον, λλ' να κα τ τέκνα το Θεο τ διεσκορπισμένα συναγάγ ες ν. 

53 π' κείνης ον τς μέρας συνεβουλεύσαντο να ποκτείνωσιν ατόν. 

54 ησος ον οκέτι παρρησί περιεπάτει ν τος ουδαίοις, λλ πλθεν κεθεν ες τν χώραν γγς τς ρήμου, ες φραμ λεγομένην πόλιν, κκε διέτριβε μετ τν μαθητν ατο. 

55 ν δ γγς τ πάσχα τν ουδαίων, κα νέβησαν πολλο ες εροσόλυμα κ τς χώρας πρ το πάσχα να γνίσωσιν αυτούς. 

56 ζήτουν ον τν ησον κα λεγον μετ' λλήλων ν τ ερ στηκότες· Τί δοκε μν; τι ο μ λθ ες τν ορτήν; 

57 δεδώκεισαν δ κα ο ρχιερες κα ο Φαρισαοι ντολν να άν τις γν πο στι, μηνύσ, πως πιάσωσιν ατόν.

                                           Κεφάλαιον ιβ'

 

                                         Μύρο τς Μαρίας 

   1  ον ησος πρ ξ μερν το πάσχα λθεν ες Βηθανίαν, που ν Λάζαρος τεθνηκώς, ν γειρεν κ νεκρν. 

2 ποίησαν ον ατ δεπνον κε, κα Μάρθα διηκόνει· δ Λάζαρος ες ν κ τν νακειμένων σν ατ. 

3  ον Μαρία, λαβοσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικς πολυτίμου, λειψε τος πόδας το ησο κα ξέμαξε τας θριξν ατς τος πόδας ατο· δ οκία πληρώθη κ τς σμς το μύρου.

4 λέγει ον ες κ τν μαθητν ατο, ούδας Σίμωνος σκαριώτης, μέλλων ατν παραδιδόναι· 

5 Διατί τοτο τ μύρον οκ πράθη τριακοσίων δηναρίων κα δόθη πτωχος; 

6 επε δ τοτο οχ τι περ τν πτωχν μελεν ατ, λλ' τι κλέπτης ν, κα τ γλωσσόκομον εχε κα τ βαλλόμενα βάσταζεν. 

7 επεν ον ησος· φες ατήν, ες τν μέραν το νταφιασμο μου τετήρηκεν ατό.

 8 τος πτωχος γρ πάντοτε χετε μεθ' αυτν, μ δ ο πάντοτε χετε. 

γνω ον χλος πολς κ τν ουδαίων τι κε στι, κα λθον ο δι τν ησον μόνον, λλ' να κα τν Λάζαρον δωσιν ν γειρεν κ νεκρν. 

10 βουλεύσαντο δ ο ρχιερες να κα τν Λάζαρον ποκτείνωσιν, 

11 τι πολλο δι' ατν πγον τν ουδαίων κα πίστευον ες τν ησον. 

         θριαμβευτική εσοδος το ησο ες εροσόλυμα .

12 Τ παύριον χλος πολς λθν ες τν ορτήν, κούσαντες τι ρχεται ησος ες εροσόλυμα, 

13 λαβον τ βαΐα τν φοινίκων κα ξλθον ες πάντησιν ατ, κα κραύγαζον· σαννά· ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου, βασιλες το σραήλ. 

14 ερν δ ησος νάριον κάθισεν π' ατό, καθώς στι γεγραμμένον· 

15 Μ φοβο, θύγατερ Σιών· δο βασιλεύς σου ρχεται καθήμενος π πλον νου. 

16 Τατα δ οκ γνωσαν ο μαθητα ατο τ πρτον, λλ' τε δοξάσθη ησος, τότε μνήσθησαν τι τατα ν π' ατ γεγραμμένα, κα τατα ποίησαν ατ.

 17 μαρτύρει ον χλος ν μετ' ατο τε τν Λάζαρον φώνησεν κ το μνημείου κα γειρεν ατν κ νεκρν. 18 δι τοτο κα πήντησεν ατ χλος, τι κουσαν τοτο ατν πεποιηκέναι τ σημεον. 

19 ο ον Φαρισαοι επον πρς αυτούς· Θεωρετε τι οκ φελετε οδέν; δε κόσμος πίσω ατο πλθεν. 

               λληνες καί προφητεία διά τό θνος 

20 σαν δ τινες λληνες κ τν ναβαινόντων να προσκυνήσωσιν ν τ ορτ. 

21 οτοι ον προσλθον Φιλίππ τ π Βηθσαϊδ τς Γαλιλαίας, κα ρώτων ατν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τν ησον δεν. 

22 ρχεται Φίλιππος κα λέγει τ νδρέ, κα πάλιν νδρέας κα Φίλιππος κα λέγουσι τ ησο· 

23  δ ησος πεκρίνατο ατος λέγων· λήλυθεν ρα να δοξασθ υἱὸς το νθρώπου. 

24 μν μν λέγω μν, ἐὰν μ κόκκος το σίτου πεσν ες τν γν ποθάν, ατς μόνος μένει· ἐὰν δ ποθάν, πολν καρπν φέρει. 

                       αταπάρνησις τν κολουθούντων 

25  φιλν τν ψυχν ατο πολέσει ατήν, κα μισν τν ψυχν ατο ν τ κόσμ τούτ, ες ζων αώνιον φυλάξει ατήν. 

26 ἐὰν μοί διακον τις, μο κολουθείτω, κα που εμ γ, κε κα διάκονος μς σται· κα άν τις μο διακον, τιμήσει ατν πατήρ. 

                       σημασία το Πάθους το Κυρίου 

27 Νν ψυχή μου τετάρακται, κα τί επω; Πάτερ, σσόν με κ τς ρας ταύτης. λλ δι τοτο λθον ες τν ραν ταύτην.

 28 πάτερ, δόξασόν σου τ νομα. λθεν ον φων κ το ορανο· Κα δόξασα κα πάλιν δοξάσω. 

29  ον χλος στς κα κούσας λεγε βροντν γεγονέναι· λλοι λεγον· γγελος ατ λελάληκεν. 

30 πεκρίθη ησος κα επεν· Ο δι' μ ατη φων γέγονεν, λλ δι' μς. 

31 νν κρίσις στ το κόσμου τούτου, νν ρχων το κόσμου τούτου κβληθήσεται ξω· 

32 κγ ἐὰν ψωθ κ τς γς, πάντας λκύσω πρς μαυτόν. 

33 τοτο δ λεγεν σημαίνων ποί θανάτ μελλεν ποθνήσκειν. 

34 πεκρίθη ατ χλος· μες κούσαμεν κ το νόμου τι Χριστς μένει ες τν αἰῶνα, κα πς σ λέγεις, δε ψωθναι τν υἱὸν το νθρώπου; τίς στιν οτος υἱὸς το νθρώπου; 

35 επεν ον ατος ησος· τι μικρν χρόνον τ φς μεθ' μν στι· περιπατετε ως τ φς χετε, να μ σκοτία μς καταλάβ· κα περιπατν ν τ σκοτί οκ οδεν πο πάγει. 

36 ως τ φς χετε, πιστεύετε ες τ φς να υο φωτς γένησθε. Τατα λάλησεν ησος, κα πελθν κρύβη π' ατν. 

                πιστία τν βραίων τοσούτων θαυμάτων 

37 Τοσατα δ ατο σημεα πεποιηκότος μπροσθεν ατν οκ πίστευον ες ατόν, 

38 να λόγος σαΐου το προφήτου πληρωθ ν επε· Κύριε, τίς πίστευσε τ κο μν; κα βραχίων Κυρίου τίνι πεκαλύφθη; 

39 δι τοτο οκ δύναντο πιστεύειν, τι πάλιν επεν σαΐας· 

40 Τετύφλωκεν ατν τος φθαλμος κα πεπώρωκεν ατν τν καρδίαν, να μ δωσι τος φθαλμος κα νοήσωσι τ καρδί κα πιστραφσι, κα άσομαι ατούς. 

41 τατα επεν σαΐας τε εδεν τν δόξαν ατο κα λάλησε περ ατο. 

42 μως μέντοι κα κ τν ρχόντων πολλο πίστευσαν ες ατόν, λλ δι τος Φαρισαίους οχ μολόγουν, να μ ποσυνάγωγοι γένωνται· 

43 γάπησαν γρ τν δόξαν τν νθρώπων μλλον περ τν δόξαν το Θεο. 

                           συνοπτική διδασκαλία το Κυρίου 

44 ησος δ κραξε κα επεν· πιστεύων ες μ ο πιστεύει ες μ, λλ' ες τν πέμψαντά με, 

45 κα θεωρν μ θεωρε τν πέμψαντά με. 

46 γ φς ες τν κόσμον λήλυθα, να πς πιστεύων ες μ ν τ σκοτί μ μείν. 

47 κα άν τίς μου κούσ τν ημάτων κα μ πιστεύσ, γ ο κρίνω ατόν· ο γρ λθον να κρίνω τν κόσμον, λλ' να σώσω τν κόσμον.

48  θετν μ κα μ λαμβάνων τ ήματά μου, χει τν κρίνοντα ατόν· λόγος ν λάλησα, κενος κρινε ατν ν τ σχάτ μέρ· 

49 τι γ ξ μαυτο οκ λάλησα, λλ' πέμψας με πατρ ατός μοι ντολν δωκε τί επω κα τί λαλήσω· 

50 κα οδα τι ντολ ατο ζω αώνιός στιν. ον λαλ γ, καθς ερηκέ μοι πατήρ, οτω λαλ.

                                    Κεφάλαιον ιγ'

 

             προαγγελία Πάθους , πλύσιμο ποδν μαθητν 

 1 Πρ δ τς ορτς το πάσχα εδς ησος τι λήλυθεν ατο ρα να μεταβ κ το κόσμου τούτου πρς τν πατέρα, γαπήσας τος δίους τος ν τ κόσμ, ες τέλος γάπησεν ατούς. 

2 κα δείπνου γινομένου, το διαβόλου δη βεβληκότος ες τν καρδίαν ούδα Σίμωνος σκαριώτου να ατν παραδ, 

3 εδς ησος τι πάντα δέδωκεν ατ πατρ ες τς χερας, κα τι π Θεο ξλθε κα πρς τν Θεν πάγει, 

γείρεται κ το δείπνου κα τίθησι τ μάτια, κα λαβν λέντιον διέζωσεν αυτόν. 

5 ετα βάλλει δωρ ες τν νιπτρα, κα ρξατο νίπτειν τος πόδας τν μαθητν κα κμάσσειν τ λεντί ν διεζωσμένος. 

ρχεται ον πρς Σίμωνα Πέτρον, κα λέγει ατ κενος· Κύριε, σύ μου νίπτεις τος πόδας; 

πεκρίθη ησος κα επεν ατ· γ ποι, σ οκ οδας ρτι, γνώσ δ μετ τατα. 

8 λέγει ατ Πέτρος· Ο μ νίψς τος πόδας μου ες τν αἰῶνα. πεκρίθη ατ ησος· Ἐὰν μ νίψω σε, οκ χεις μέρος μετ' μο. 

9 λέγει ατ Σίμων Πέτρος· Κύριε, μ τος πόδας μου μόνον, λλ κα τς χερας κα τν κεφαλήν. 

10 λέγει ατ ησος· λελουμένος ο χρείαν χει τος πόδας νίψασθαι, λλ' στι καθαρς λος· κα μες καθαροί στε, λλ' οχ πάντες.

11 δει γρ τν παραδιδόντα ατόν· δι τοτο επεν· οχ πάντες καθαροί στε. 

12 τε ον νιψε τος πόδας ατν κα λαβε τ μάτια ατο, ναπεσν πάλιν, επεν ατος· Γινώσκετε τί πεποίηκα μν; 

13 μες φωνετέ με, Διδάσκαλος κα Κύριος, κα καλς λέγετε· εμ γάρ. 

14 ε ον γ νιψα μν τος πόδας, Κύριος κα Διδάσκαλος, κα μες φείλετε λλήλων νίπτειν τος πόδας. 

15 πόδειγμα γρ δέδωκα μν, να καθς γ ποίησα μν, κα μες ποιτε. 

16 μν μν λέγω μν, οκ στι δολος μείζων το κυρίου ατο, οδ πόστολος μείζων το πέμψαντος ατόν. 

17 ε τατα οδατε, μακάριοί στε ἐὰν ποιτε ατά. 

              Προλέγει τήν προδοσία το ούδα ησος 

18 ο περ πάντων μν λέγω· γ οδα ος ξελεξάμην· λλ' να γραφ πληρωθ, τρώγων μετ' μο τν ρτον πρεν π' μ τν πτέρναν ατο. 

19 π' ρτι λέγω μν πρ το γενέσθαι, να ταν γένηται πιστεύσητε τι γώ εμι. 

20 μν μν λέγω μν, λαμβάνων άν τινα πέμψω, μ λαμβάνει, δ μ λαμβάνων λαμβάνει τν πέμψαντά με. 

21 Τατα επν ησος ταράχθη τ πνεύματι, κα μαρτύρησε κα επεν· μν μν λέγω μν τι ες ξ μν παραδώσει με. 

22 βλεπον ον ες λλήλους ο μαθητα, πορούμενοι περ τίνος λέγει. 

23 ν δ νακείμενος ες κ τν μαθητν ατο ν τ κόλπ το ησο, ν γάπα ησος· 

24 νεύει ον τούτ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ν εη περ ο λέγει. 

25 ναπεσν δ κενος π τ στθος το ησο λέγει ατ· Κύριε, τίς στιν; 

26 ποκρίνεται ησος· κενός στιν γ βάψας τ ψωμίον πιδώσω. κα μβάψας ον τ ψωμίον δίδωσιν ούδ Σίμωνος σκαριώτ. 

27 κα μετ τ ψωμίον τότε εσλθεν ες κενον σατανς. λέγει ον ατ ησος· ποιες, ποίησον τάχιον. 

28 τοτο δ οδες γνω τν νακειμένων πρς τί επεν ατ· 

29 τινς γρ δόκουν, πε τ γλωσσόκομον εχεν ούδας, τι λέγει ατ ησος, γόρασον ν χρείαν χομεν ες τν ορτήν, τος πτωχος να τι δ. 

30 λαβν ον τ ψωμίον κενος εθέως ξλθεν· ν δ νύξ. 

                                   καινή ντολή 

31 τε ον ξλθε, λέγει ησος· Νν δοξάσθη υἱὸς το νθρώπου, κα Θες δοξάσθη ν ατ. 

32 ε Θες δοξάσθη ν ατ, κα Θες δοξάσει ατν ν αυτ, κα εθς δοξάσει ατόν. 

33 τεκνία, τι μικρν μεθ' μν εμι· ζητήσετέ με, κα καθς επον τος ουδαίοις τι που πάγω γ, μες ο δύνασθε λθεν, κα μν λέγω ρτι. 

34 ντολν καινν δίδωμι μν να γαπτε λλήλους, καθς γάπησα μς να κα μες γαπτε λλήλους. 

35 ν τούτ γνώσονται πάντες τι μο μαθηταί στε, ἐὰν γάπην χητε ν λλήλοις. 

        Πέτρου μεγαλορρημοσύνη , προλογία τς ρνήσεως 

36 λέγει ατ Σίμων Πέτρος· Κύριε, πο πάγεις; πεκρίθη ατ ησος· που γ πάγω, ο δύνασαί μοι νν κολουθσαι, στερον δ κολουθήσεις μοι. 

37 λέγει ατ Πέτρος· Κύριε, διατί ο δύναμαί σοι κολουθσαι ρτι; τν ψυχήν μου πρ σο θήσω. 3

πεκρίθη ατ ησος· Τν ψυχήν σου πρ μο θήσεις! μν μν λέγω σοι, ο μ λέκτωρ φωνήσει ως ο παρνήσ με τρίς.

                                           Κεφάλαιον ιδ'

 

                                δός , λήθεια , ζωή 

   1 Μ ταρασσέσθω μν καρδία· πιστεύετε ες τν Θεόν, κα ες μ πιστεύετε. 

ν τ οκί το πατρός μου μονα πολλαί εσιν· ε δ μή, επον ν μν. πορεύομαι τοιμάσαι τόπον μν· 

3 κα ἐὰν πορευθ κα τοιμάσω μν τόπον, πάλιν ρχομαι κα παραλήψομαι μς πρς μαυτόν, να που εμ γ, κα μες τε. 

4 κα που γ πάγω οδατε, κα τν δόν οδατε.

 5 Λέγει ατ Θωμς· Κύριε, οκ οδαμεν πο πάγεις· κα πς δυνάμεθα τν δν εδέναι; 

6 λέγει ατ ησος· γώ εμι δς κα λήθεια κα ζωή· οδες ρχεται πρς τν πατέρα ε μ δι' μο. 

7 ε γνώκειτέ με, κα τν πατέρα μου γνώκειτε ν· κα π' ρτι γινώσκετε ατν κα ωράκατε ατόν. 

                ωρακώς μέ, ώρακεν τόν Πατέρα 

8 Λέγει ατ Φίλιππος· Κύριε, δεξον μν τν πατέρα κα ρκε μν. 

9 λέγει ατ ησος· Τοσούτον χρόνον μεθ' μν εμι, κα οκ γνωκάς με, Φίλιππε; ωρακς μ ώρακε τν πατέρα· κα πς σ λέγεις, δεξον μν τν πατέρα; 

10 ο πιστεύεις τι γ ν τ πατρ κα πατρ ν μοί στι; τ ήματα γ λαλ μν, π' μαυτο ο λαλ· δ πατρ ν μο μένων ατς ποιε τ ργα. 

11 πιστεύετέ μοι τι γ ν τ πατρ κα πατρ ν μοί· ε δ μή, δι τ ργα ατ πιστεύετέ μοι. 

12 μν μν λέγω μν, πιστεύων ες μ, τ ργα γ ποι κκενος ποιήσει, κα μείζονα τούτων ποιήσει, τι γ πρς τν πατέρα μου πορεύομαι, 

13 κα ,τι ν ατήσητε ν τ νόματί μου, τοτο ποιήσω, να δοξασθ πατρ ν τ υἱῷ. 

14 άν τι ατήσητέ με ν τ νόματί μου, γ ποιήσω. 

                  Κατοικία το πληρόματος τς γίας Τριάδος .

15 Ἐὰν γαπτέ με, τς ντολς τς μς τηρήσατε, 

16 κα γ ρωτήσω τν πατέρα κα λλον παράκλητον δώσει μν, να μένει μεθ' μν ες τν αἰῶνα, 

17 τ Πνεμα τς ληθείας, κόσμος ο δύναται λαβεν, τι ο θεωρε ατ οδ γινώσκει ατ· μες δ γινώσκετε ατό, τι παρ' μν μένει κα ν μν σται. 

18 Οκ φήσω μς ρφανούς· ρχομαι πρς μς. 

19 τι μικρν κα κόσμος με οκέτι θεωρε, μες δ θεωρετέ με, τι γ ζ κα μες ζήσεσθε. 

20 ν κείν τ μέρ γνώσεσθε μες τι γ ν τ πατρί μου κα μες ν μο κγ ν μν. 

21  χων τς ντολάς μου κα τηρν ατς, κενός στιν γαπν με· δ γαπν με γαπηθήσεται π το πατρός μου, κα γ γαπήσω ατν κα μφανίσω ατ μαυτόν. 

22 Λέγει ατ ούδας, οχ σκαριώτης· Κύριε, κα τί γέγονεν τι μν μέλλεις μφανίζειν σεαυτν κα οχ τ κόσμ; 

23 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· άν τις γαπ με, τν λόγον μου τηρήσει, κα πατήρ μου γαπήσει ατόν, κα πρς ατν λευσόμεθα κα μονν παρ' ατ ποιησόμεν. 

24  μ γαπν με τος λόγους μου ο τηρε· κα λόγος ν κούετε οκ στιν μς, λλ το πέμψαντός με πατρός. 

25 Τατα λελάληκα μν παρ' μν μένων· 

26  δ παράκλητος, τ Πνεμα τ γιον πέμψει πατρ ν τ νόματί μου, κενος μς διδάξει πάντα κα πομνήσει μς πάντα επον μν. 

                                     ερήνη το Χριστο

27 Ερήνην φίημι μν, ερήνην τν μν δίδωμι μν· ο καθς κόσμος δίδωσιν, γ δίδωμι μν. μ ταρασσέσθω μν καρδία μηδ δειλιάτω. 

28 κούσατε τι γ επον μν, πάγω κα ρχομαι πρς μς· ε γαπτέ με, χάρητε ν τι επον, πορεύομαι πρς τν πατέρα· τι πατρ μου μείζων μού στι.

 29 κα νν ερηκα μν πρν γενέσθαι, να ταν γένηται πιστεύσητε. 

30 οκέτι πολλ λαλήσω μεθ' μν· ρχεται γρ το κόσμου ρχων, κα ν μο οκ χει οδέν· 

31 λλ' να γν κόσμος τι γαπ τν πατέρα, κα καθς νετείλατό μοι πατήρ, οτω ποι. γείρεσθε, γωμεν ντεθεν.

                                       Κεφάλαιον  ιε'

 

                    Χριστός ληθινή μπελος ,μες τά κλήματα

   1 γώ εμι μπελος ληθινή, κα πατήρ μου γεωργός στι. 

2 πν κλμα ν μο μ φέρον καρπόν, αρει ατό, κα πν τ καρπν φέρον, καθαίρει ατ, να πλείονα καρπν φέρ. 

δη μες καθαροί στε δι τν λόγον ν λελάληκα μν. 

4 μείνατε ν μοί, κγ ν μν. καθς τ κλμα ο δύναται καρπν φέρειν φ' αυτο, ἐὰν μ μέν ν τ μπέλ, οτως οδ μες, ἐὰν μ ν μο μένητε. 

γώ εμι μπελος, μες τ κλήματα. μένων ν μο κγ ν ατ, οτος φέρει καρπν πολύν, τι χωρς μο ο δύνασθε ποιεν οδέν.

ἐὰν μή τις μέν ν μοί, βλήθη ξω ς τ κλμα κα ξηράνθη, κα συνάγουσιν ατ κα ες τ πρ βάλλουσι, κα καίεται.

 7 ἐὰν μείνητε ν μο κα τ ήματά μου ν μν μείν, ἐὰν θέλητε ατήσασθε, κα γενήσεται. 

ν τούτ δοξάσθη πατήρ μου, να καρπν πολν φέρητε, κα γένησθε μο μαθηταί. 

                  γάπη καί τήρησις τν ντολν το Θεο

9 καθς γάπησέ με πατήρ, κγ γάπησα μς· μείνατε ν τ γάπ τ μ. 

10 ἐὰν τς ντολάς μου τηρήσητε, μενετε ν τ γάπ μου, καθς γ τς ντολς το πατρός μου τετήρηκα κα μένω ατο ν τ γάπ. 

11 Τατα λελάληκα μν να χαρ μ ν μν μείν κα χαρ μν πληρωθ. 

12 ατη στν ντολ μή, να γαπτε λλήλους καθς γάπησα μς. 

13 μείζονα ταύτης γάπην οδες χει, να τις τν ψυχν ατο θ πρ τν φίλων ατο. 

14 μες φίλοι μού στε, ἐὰν ποιτε σα γ ντέλλομαι μν. 

15 οκέτι μς λέγω δούλους, τι δολος οκ οδε τί ποιε ατο κύριος· μς δ ερηκα φίλους, τι πάντα κουσα παρ το πατρός μου γνώρισα μν. 

16 οχ μες με ξελέξασθε, λλ' γ ξελεξάμην μς, κα θηκα μς να μες πάγητε κα καρπν φέρητε, κα καρπς μν μέν, να ,τι ν ατήσητε τν πατέρα ν τ νόματί μου, δ μν. 

17 τατα ντέλλομαι μν, να γαπτε λλήλους. 

τό μσος το κόσμου ,πρός Κύριον καί ργάτας το εαγγελίου

18 Ε κόσμος μς μισε, γινώσκετε τι μ πρτον μν μεμίσηκεν. 

19 ε κ το κόσμου τε, κόσμος ν τ διον φίλει· τι δ κ το κόσμου οκ στέ, λλ' γ ξελεξάμην μς κ το κόσμου, δι τοτο μισε μς κόσμος. 

20 μνημονεύετε το λόγου ο γ επον μν· οκ στι δολος μείζων το κυρίου ατο. ε μ δίωξαν, κα μς διώξουσιν· ε τν λόγον μου τήρησαν, κα τν μέτερον τηρήσουσιν. 

21 λλ τατα πάντα ποιήσουσιν μν δι τ νομά μου, τι οκ οδασι τν πέμψαντά με. 

22 ε μ λθον κα λάλησα ατος, μαρτίαν οκ εχον· νν δ πρόφασιν οκ χουσι περ τς μαρτίας ατν. 

23  μ μισν κα τν πατέρα μου μισε. 

24 ε τ ργα μ ποίησα ν ατος οδες λλος πεποίηκεν, μαρτίαν οκ εχον· νν δ κα ωράκασι κα μεμισήκασι κα μ κα τν πατέρα μου. 

25 λλ' να πληρωθ λόγος γεγραμμένος ν τ νόμ ατν, τι μίσησάν με δωρεάν.

26 ταν δ λθ παράκλητος ν γ πέμψω μν παρ το πατρός, τ Πνεμα τς ληθείας, παρ το πατρς κπορεύεται, κενος μαρτυρήσει περ μο· 

27 κα μες δ μαρτυρετε, τι π' ρχς μετ' μο στε.

                                      Κεφάλαιον ιστ'

 

      ργον το Παρακλήτου καί τν μαθητν το Χριστο

   1 Τατα λελάληκα μν να μ σκανδαλισθτε. 

ποσυναγώγους ποιήσουσιν μς· λλ' ρχεται ρα να πς ποκτείνας μς δόξ λατρείαν προσφέρειν τ Θε. 

3 κα τατα ποιήσουσιν, τι οκ γνωσαν τν πατέρα οδ μέ. 

λλ τατα λελάληκα μν να ταν λθ ρα, μνημονεύητε ατν τι γ επον μν. τατα δ μν ξ ρχς οκ επον, τι μεθ' μν μην. 

5 νν δ πάγω πρς τν πέμψαντά με, κα οδες ξ μν ρωτ με πο πάγεις! 

λλ' τι τατα λελάληκα μν, λύπη πεπλήρωκε μν τν καρδίαν. 

λλ' γ τν λήθειαν λέγω μν· συμφέρει μν να γ πέλθω. ἐὰν γρ μ πέλθω, παράκλητος οκ λεύσεται πρς μς· ἐὰν δ πορευθ, πέμψω ατν πρς μς· 

8 κα λθν κενος λέγξει τν κόσμον περ μαρτίας κα περ δικαιοσύνης κα περ κρίσεως. 

9 περ μαρτίας μέν, τι ο πιστεύουσιν ες μέ· 10 περ δικαιοσύνης δέ, τι πρς τν πατέρα μου πάγω κα οκέτι θεωρετέ με· 

11 περ δ κρίσεως, τι ρχων το κόσμου τούτου κέκριται. 

12 τι πολλ χω λέγειν μν, λλ' ο δύνασθε βαστάζειν ρτι. 

13 ταν δ λθ κενος, τ Πνεμα τς ληθείας, δηγήσει μς ες πάσαν τν λήθειαν· ο γρ λαλήσει φ' αυτο, λλ' σα ν κούσει λαλήσει, κα τ ρχόμενα ναγγελε μν. 

14 κενος μ δοξάσει, τι κ το μο λήψεται κα ναγγελε μν. 

15 πάντα σα χει πατρ μά στι· δι τοτο επον τι κ το μο λήψεται κα ναγγελε μν. 

16 μικρν κα οκέτι θεωρετέ με, κα πάλιν μικρν κα ψεσθέ με, τι γ πάγω πρς τν πατέρα. 

17 Επον ον κ τν μαθητν ατο πρς λλήλους· Τί στι τοτο λέγει μν, μικρν κα ο θεωρετέ με, κα πάλιν μικρν κα ψεσθέ με, καί τι γ πάγω πρς τν πατέρα; 

18 λεγον ον· Τοτο τί στιν λέγει τ μικρόν; οκ οδαμε τί λαλε. 

19 γνω ον ησος τι θελον ατν ρωτν, κα επεν ατος· Περ τούτου ζητετε μετ' λλήλων τι επον, μικρν κα ο θεωρετέ με κα πάλιν μικρν κα ψεσθέ με; 

20 μν μν λέγω μν τι κλαύσετε κα θρηνήσετε μες, δ κόσμος χαρήσεται· μες δ λυπηθήσεσθε, λλ' λύπη μν ες χαρν γενήσεται. 

                         μεταβολή τν λυπηρν ες χαρά

21  γυν ταν τίκτ, λύπην χει, τι λθεν ρα ατς· ταν δ γεννήσ τ παιδίον, οκέτι μνημονεύει τς θλίψεως δι τν χαρν τι γεννήθη νθρωπος ες τν κόσμον. 

22 κα μες ον λύπην μν νν χετε· πάλιν δ ψομαι μς κα χαρήσεται μν καρδία, κα τν χαρν μν οδες αρει φ' μν. 

23 κα ν κείν τ μέρ μ οκ ρωτήσετε οδέν· μν μν λέγω μν τι σα ν ατήσητε τν πατέρα ν τ νόματί μου, δώσει μν. 

24 ως ρτι οκ τήσατε οδν ν τ νόματί μου· ατετε κα λήψεσθε, να χαρ μν πεπληρωμένη. 

25 Τατα ν παροιμίαις λελάληκα μν· λλ' ρχεται ρα τε οκέτι ν παροιμίαις λαλήσω μν, λλ παρρησί περ το πατρς παγγελ μν. 

26 ν κείν τ μέρ ν τ νόματί μου ατήσεσθε· κα ο λέγω μν τι γ ρωτήσω τν πατέρα περ μν· 

27 ατς γρ πατρ φιλε μς, τι μες μ πεφιλήκατε, κα πεπιστεύκατε τι γ παρ το Θεο ξλθον. 

28 ξλθον παρ το πατρς κα λήλυθα ες τν κόσμον· πάλιν φίημι τν κόσμον κα πορεύομαι πρς τν πατέρα. 

29 Λέγουσιν ο μαθητα ατο· δε νν παρρησί λαλες, κα παροιμίαν οδεμίαν λέγεις. 

30 νν οδαμεν τι οδας πάντα κα ο χρείαν χεις να τίς σε ρωτ· ν τούτ πιστεύομεν τι π Θεο ξλθες. 

31 πεκρίθη ατος ησος· ρτι πιστεύετε· 

32 δο ρχεται ρα, κα νν λήλυθεν, να σκορπισθτε καστος ες τ δια κα μ μόνον φτε· κα οκ εμ μόνος, τι πατρ μετ' μο στι. 

33 τατα λελάληκα μν να ν μο ερήνην χητε. ν τ κόσμ θλψιν ξετε· λλ θαρσετε, γ νενίκηκα τν κόσμον.

                  Κεφάλαιον ιζ ρχιερατική προσευχή το Κυρίου 

 

   1 Τατα λάλησεν ησος, κα πρε τος φθαλμος ατο ες τν ορανν κα επε· Πάτερ, λήλυθεν ρα· δόξασόν σου τν υόν, να κα υἱὸς σου δοξάσ σέ,

 2 καθς δωκας ατ ξουσίαν πάσης σαρκός, να πν δέδωκας ατ δώσ ατος ζων αώνιον. 

3 ατη δέ στιν αώνιος ζωή, να γινώσκωσιν σ τν μόνον ληθινν Θεν κα ν πέστειλας ησον Χριστόν. 

γώ σε δόξασα π τς γς, τ ργον τελειώσα δέδωκάς μοι να ποιήσω· 

5 κα νν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρ σεαυτ τ δόξ εχον πρ το τν κόσμον εναι παρ σοί.

         προσευχή Κυρίου διά τούς μαθητάς καί ργατας  εαγγελίου

 6 φανέρωσά σου τ νομα τος νθρώποις ος δέδωκάς μοι κ το κόσμου. σο σαν κα μο ατος δέδωκας, κα τν λόγον σου τετηρήκασι. 

7 νν γνωκαν τι πάντα σα δέδωκάς μοι παρ σο εσιν· 

τι τ ήματα δωκάς μοι δέδωκα ατος, κα ατο λαβον κα γνωσαν ληθς τι παρ σο ξλθον, κα πίστευσαν τι σύ με πέστειλας. 

γ περ ατν ρωτ· ο περ το κόσμου ρωτ λλ περ ν δέδωκάς μοι, τι σοί εσι, 

10 κα τ μ πάντα σά στιν κα τ σ μά, κα δεδόξασμαι ν ατος. 

11 κα οκέτι εμ ν τ κόσμ, κα ατο ν τ κόσμ εσί, κα γ πρς σ ρχομαι. Πάτερ γιε, τήρησον ατος ν τ νόματί σου ος δέδωκάς μοι, να σιν ν καθς μες. 

12 τε μην μετ' ατν ν τ κόσμ, γ τήρουν ατος ν τ νόματί σου ος δέδωκάς μοι φύλαξα, κα οδες ξ ατν πώλετο ε μ υἱὸς τς πωλείας, να γραφ πληρωθ. 

13 νν δ πρς σ ρχομαι, κα τατα λαλ ν τ κόσμ να χωσι τν χαρν τν μν πεπληρωμένην ν ατος

14 γ δέδωκα ατος τν λόγον σου, κα κόσμος μίσησεν ατούς, τι οκ εσν κ το κόσμου, καθς γ οκ εμ κ το κόσμου. 

15 οκ ρωτ να ρς ατος κ το κόσμου, λλ' να τηρήσς ατος κ το πονηρο. 

16 κ το κόσμου οκ εσν καθς γ κ το κόσμου οκ εμ. 

17 γίασον ατος ν τ ληθεί σου· λόγος σς λήθειά στι. 

18 καθς μ πέστειλας ες τν κόσμον, κγ πέστειλα ατος ες τν κόσμον· 

19 κα πρ ατν γ γιάζω μαυτόν, να κα ατο σιν γιασμένοι ν ληθεί. 

                   προσευχή το Κυρίου διά τούς πιστούς .

20 Ο περ τούτων δ ρωτ μόνον, λλ κα περ τν πιστευόντων δι το λόγου ατν ες μέ, 

21 να πάντες ν σιν, καθς σύ, πάτερ, ν μο κγ ν σοί, να κα ατο ν μν σιν, να κόσμος πιστεύσ τι σύ με πέστειλας. 

22 κγ τν δόξαν ν δέδωκάς μοι δέδωκα ατος, να σιν ν καθς μες ν σμν, 

23 γ ν ατος κα σ ν μοί, να σιν τετελειωμένοι ες ν, κα να γινώσκ κόσμος τι σύ με πέστειλας κα γάπησας ατος καθς μ γάπησας. 

24 Πάτερ, ος δέδωκάς μοι, θέλω να που εμ γ κκενοι σι μετ' μο, να θεωρσιν τν δόξαν τν μν ν δέδωκάς μοι, τι γάπησάς με πρ καταβολς κόσμου. 

25 πάτερ δίκαιε, κα κόσμος σε οκ γνω, γ δέ σε γνων, κα οτοι γνωσαν τι σύ με πέστειλας, 

26 κα γνώρισα ατος τ νομά σου κα γνωρίσω, να γάπη ν γάπησάς με ν ατος κγ ν ατος.

                                     Κεφάλαιον ιη'

 

                          σύλληψις το Χριστο

   1 Τατα επν ησος ξλθεν σν τος μαθητας ατο πέραν το χειμάρρου τν Κέδρων, που ν κπος, ες ν εσλθεν ατς κα ο μαθητα ατο.

 2 δει δ κα ούδας παραδιδος ατν τν τόπον, τι πολλάκις συνήχθη κα ησος κε μετ τν μαθητν ατο

ον ούδας λαβν τν σπεραν κα κ τν ρχιερέων κα Φαρισαίων πηρέτας ρχεται κε μετ φανν κα λαμπάδων κα πλων. 

ησος ον εδς πάντα τ ρχόμενα π' ατν, ξελθν επεν ατος· Τίνα ζητετε; 

πεκρίθησαν ατ· ησον τν Ναζωραον. λέγει ατος ησος· γώ εμι. εστήκει δ κα ούδας παραδιδος ατν μετ' ατν. 

ς ον επεν ατος τι γώ εμι, πλθον ες τ πίσω κα πεσον χαμαί. 

7 πάλιν ον ατούς πηρώτησε· Τίνα ζητετε; ο δ επον· ησον τν Ναζωραον. 

πεκρίθη ησος· Επον μν τι γώ εμι· ε ον μ ζητετε, φετε τούτους πάγειν· 

να πληρωθ λόγος ν επεν, τι ος δέδωκάς μοι, οκ πώλεσα ξ ατν οδένα. 

10 Σίμων ον Πέτρος χων μάχαιραν ελκυσεν ατν, κα παισε τν το ρχιερέως δολον κα πέκοψεν ατο τ τίον τ δεξιόν· ν δ νομα τ δούλ Μάλχος. 

11 επεν ον ησος τ Πέτρ· Βάλε τν μάχαιραν ες τν θήκην· τ ποτήριον δέδωκέ μοι πατρ, ο μ πίω ατό; 

12  ον σπερα κα χιλίαρχος κα ο πηρέται τν ουδαίων συνέλαβον τν ησον κα δησαν ατν, 

         Χριστός ες τόν νναν καί πρώτη ρνησις το Πέτρου

13 κα πήγαγον πρς νναν πρτον· ν γρ πενθερς το Καϊάφα, ς ν ρχιερες το νιαυτο κείνου. 

14 ν δ Καϊάφας συμβουλεύσας τος ουδαίοις τι συμφέρει να νθρωπον πολέσθαι πρ το λαο. 

15 κολούθει δ τ ησο Σίμων Πέτρος κα λλος μαθητής. δ μαθητς κενος ν γνωστς τ ρχιερε, κα συνεισλθε τ ησο ες τν αλν το ρχιερέως· 

16  δ Πέτρος εστήκει πρς τ θύρ ξω. ξλθεν ον μαθητς λλος, ς ν γνωστς τ ρχιερε, κα επε τ θυρωρ, κα εσήγαγε τν Πέτρον. 

17 λέγει ον παιδίσκη θυρωρός τ Πέτρ· Μ κα σ κ τν μαθητν ε το νθρώπου τούτου; λέγει κενος· Οκ εμί. 

18 εστήκεισαν δ ο δολοι κα ο πηρέται νθρακιν πεποιηκότες, τι ψχος ν, κα θερμαίνοντο· ν δ μετ' ατν Πέτρος στς κα θερμαινόμενος. 

19  ον ρχιερες ρώτησε τν ησον περ τν μαθητν ατο κα περ τς διδαχς ατο. 

20 πεκρίθη ατ ησος· γ παρρησί λάλησα τ κόσμ· γ πάντοτε δίδαξα ν συναγωγ κα ν τ ερ, που πάντοτε ο ουδαοι συνέρχονται, κα ν κρυπτ λάλησα οδέν. 

21 τί με περωτς; ρώτησον τος κηκοότας τί λάλησα ατος· δε οτοι οδασιν επον γώ. 

22 τατα δ ατο επόντος ες τν πηρετν παρεστηκς δωκε άπισμα τ ησο επών· Οτως ποκρίν τ ρχιερε; 

23 πεκρίθη ατ ησος· Ε κακς λάλησα, μαρτύρησον περ το κακο· ε δ καλς, τί με δέρεις; 

           Κύριος ες τόν Κᨴαφα, δευτέρα καί τρίτη ρνησις Πέτρου

24 πέστειλεν ατν ννας δεδεμένον πρς Καϊάφαν τν ρχιερέα. 

25 ν δ Σίμων Πέτρος στς κα θερμαινόμενος. επον ον ατ· Μ κα σ κ τν μαθητν ατο ε;

26 ρνήσατο ον κενος κα επεν· Οκ εμί. λέγει ες κ τν δούλων το ρχιερέως, συγγενς ν ο πέκοψε Πέτρος τ τίον· Οκ γώ σε εδον ν τ κήπ μετ' ατο; 

27 πάλιν ον ρνήσατο Πέτρος, κα εθέως λέκτωρ φώνησεν. 

                          πό τόν Καϊφα στό πραιτώριον 

28 γουσιν ον τν ησον π το Καϊάφα ες τ πραιτώριον· ν δ πρωΐ· κα ατο οκ εσλθον ες τ πραιτώριον, να μ μιανθσιν, λλ' να φάγωσι τ πάσχα. 

29 ξλθεν ον Πιλτος ξω πρς ατος κα επε· Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατ το νθρώπου τούτου; 

30 πεκρίθησαν κα επον ατ· Ε μ ν οτος κακοποιός, οκ ν σοι παρεδώκαμεν ατόν. 

31 επεν ον ατος Πιλτος· Λάβετε ατν μες κα κατ τν νόμον μν κρίνατε ατόν. επον ον ατ ο ουδαοι· μν οκ ξεστιν ποκτεναι οδένα· 

32 να λόγος το ησο πληρωθ ν επε σημαίνων ποί θανάτ μελλεν ποθνήσκειν. 

                   βασιλεία το Χριστο καί λήθεια

33 Εσλθεν ον ες τ πραιτώριον πάλιν Πιλτος κα φώνησε τν ησον κα επεν ατ· Σ ε βασιλες τν ουδαίων; 

34 πεκρίθη ατ ησος· φ' αυτο σ τοτο λέγεις λλοι σοι επον περ μο; 

35 πεκρίθη Πιλτος· Μήτι γ ουδαός εμι; τ θνος τ σν κα ο ρχιερες παρέδωκάν σε μοί· τί ποίησας; 

36 πεκρίθη ησος· βασιλεία μ οκ στιν κ το κόσμου τούτου· ε κ το κόσμου τούτου ν βασιλεία μή, ο πηρέται ν ο μο γωνίζοντο, να μ παραδοθ τος ουδαίοις· νν δ βασιλεία μ οκ στιν ντεθεν. 

37 επεν ον ατ Πιλτος· Οκον βασιλες ε σύ; πεκρίθη ησος· Σ λέγεις τι βασιλεύς εμι γ. γ ες τοτο γεγέννημαι κα ες τοτο λήλυθα ες τν κόσμον, να μαρτυρήσω τ ληθεί· πς ν κ τς ληθείας κούει μου τς φωνς. 

38 λέγει ατ Πιλτος· Τί στιν λήθεια; κα τοτο επν πάλιν ξλθε πρς τος ουδαίους κα λέγει ατος· γ οδεμίαν ατίαν ερίσκω ν ατ. 

                                Βαρραβς ντί Χριστο

39 στι δ συνήθεια μν να να μν πολύσω ν τ πάσχα· βούλεσθε ον μν πολύσω τν βασιλέα τν ουδαίων; 

40 κραύγασαν ον πάλιν πάντες λέγοντες· Μ τοτον λλ τν Βαραββν. ν δ Βαραββς λστής.

                                       Κεφάλαιον ιθ'

 

                                    δε νθρωπος 

   1 Τότε ον λαβεν Πιλτος τν ησον κα μαστίγωσε.

 2 κα ο στρατιται πλέξαντες στέφανον ξ κανθν πέθηκαν ατο τ κεφαλ, κα μάτιον πορφυρον περιέβαλον ατόν 

3 κα λεγον· Χαρε βασιλες τν ουδαίων· κα δίδουν ατ απίσματα. 

ξλθεν ον πάλιν ξω Πιλτος κα λέγει ατος· δε γω μν ατν ξω, να γντε τι ν ατ οδεμίαν ατίαν ερίσκω. 

ξλθεν ον ησος ξω φορν τν κάνθινον στέφανον κα τ πορφυρον μάτιον, 

6 κα λέγει ατος· δε νθρωπος. τε ον εδον ατν ο ρχιερες κα ο πηρέται, κραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον ατν. λέγει ατος Πιλτος· Λάβετε ατν μες κα σταυρώσατε· γ γρ οχ ερίσκω ν ατ ατίαν. 

                 ρον , ρον σταυρώσον ατόν , νδίδει Πιλάτος 

7 πεκρίθησαν ατ ο ουδαοι· μες νόμον χομεν, κα κατ τν νόμον φείλει ποθανεν, τι αυτν Θεο υἱὸν ποίησεν. 

8 τε ον κουσεν Πιλτος τοτον τν λόγον, μλλον φοβήθη, 

9 κα εσλθεν ες τ πραιτώριον πάλιν κα λέγει τ ησο· Πόθεν ε σύ; δ ησος πόκρισιν οκ δωκεν ατ. 

10 λέγει ον ατ Πιλτος· μο ο λαλες; οκ οδας τι ξουσίαν χω σταυρσαί σε κα ξουσίαν χω πολσαί σε; 

11 πεκρίθη ησος· Οκ εχες ξουσίαν οδεμίαν κατ' μο, ε μ ν δεδομένον σοι νωθεν· δι τοτο παραδιδούς μέ σοι μείζονα μαρτίαν χει. 

12 κ τούτου ζήτει Πιλτος πολσαι ατόν· ο δ ουδαοι κραζον λέγοντες· Ἐὰν τοτον πολύσς, οκ ε φίλος το Καίσαρος. πς βασιλέα αυτν ποιν ντιλέγει τ Καίσαρι. 

13  ον Πιλτος κούσας τοτον τν λόγον γαγεν ξω τν ησον, κα κάθισεν π το βήματος ες τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, βραϊστ δ Γαββαθ· 

14 ν δ παρασκευ το πάσχα, ρα δ σε κτη· κα λέγει τος ουδαίοις· δε βασιλες μν. 

15 ο δ κραύγασαν· ρον ρον, σταύρωσον ατόν. λέγει ατος Πιλτος· Τν βασιλέα μν σταυρώσω; πεκρίθησαν ο ρχιερες· Οκ χομεν βασιλέα ε μ Καίσαρα. 

                  Χριστός πρός Γολγοθ διά σταύρωσιν 

16 τότε ον παρέδωκεν ατν ατος να σταυρωθ. 

17 Παρέλαβον δ τν ησον κα γαγον· κα βαστάζων τν σταυρν ατο ξλθεν ες τν λεγόμενον κρανίου τόπον, ς λέγεται βραϊστ Γολγοθ, 

18 που ατν σταύρωσαν, κα μετ' ατο λλους δύο ντεθεν κα ντεθεν, μέσον δ τν ησον. 

19 γραψε δ κα τίτλον Πιλτος κα θηκεν π το σταυρο· ν δ γεγραμμένον· ησος Ναζωραος βασιλες τν ουδαίων. 

20 τοτον ον τν τίτλον πολλο νέγνωσαν τν ουδαίων, τι γγς ν τς πόλεως τόπος που σταυρώθη ησος· κα ν γεγραμμένον βραϊστί, λληνιστί, Ρωμαϊστί. 

21 λεγον ον τ Πιλάτ ο ρχιερες τν ουδαίων· Μ γράφε, βασιλες τν ουδαίων, λλ' τι κενος επε, βασιλεύς εμι τν ουδαίων. 

22 πεκρίθη Πιλτος· γέγραφα, γέγραφα. 

23 Ο ον στρατιται τε σταύρωσαν τν ησον, λαβον τ μάτια ατο κα ποίησαν τέσσαρα μέρη, κάστ στρατιώτ μέρος, κα τν χιτνα· ν δ χιτν ραφος, κ τν νωθεν φαντς δι' λου. 

                               Διεμερίσαντο τά μάτια ....

24 επον ον πρς λλήλους· Μ σχίσωμεν ατόν, λλ λάχωμεν περ ατο τίνος σται· να γραφ πληρωθ λέγουσα· Διεμερίσαντο τ μάτιά μου αυτος, κα π τν ματισμόν μου βαλον κλρον. 

25 Ο μν ον στρατιται τατα ποίησαν. εστήκεισαν δ παρ τ σταυρ το ησο μήτηρ ατο κα δελφ τς μητρς ατο, Μαρία το Κλωπ κα Μαρία Μαγδαληνή. 

      νάθεσις τς Μητρός το Κυρίου ες τόν γαπημένον μαθητήν

26 ησος ον δν τν μητέρα κα τν μαθητν παρεσττα ν γάπα, λέγει τ μητρί ατο· Γύναι, δε υός σου, 

27 ετα λέγει τ μαθητ· δο μήτηρ σου. κα π' κείνης τς ρας λαβεν μαθητς ατν ες τ δια. 

                                       Τετέλεσται !!!!!!

28 Μετ τοτο εδς ησος τι πάντα δη τετέλεσται, να τελειωθ γραφή, λέγει· Διψ. 

29 σκεος ον κειτο ξους μεστόν· ο δ πλήσαντες σπόγγον ξους κα σσώπ περιθέντες προσήνεγκαν ατο τ στόματι. 

30 τε ον λαβε τ ξος ησος επε· Τετέλεσται, κα κλίνας τν κεφαλν παρέδωκε τ πνεμα. 

                      νξις θείας πλευρς, Αμα καί δωρ

31 Ο ον ουδαοι, να μ μείν π το σταυρο τ σώματα ν τ σαββάτ, πε παρασκευ ν· ν γρ μεγάλη μέρα κείνου το σαββάτου· ρώτησαν τν Πιλτον να κατεαγσιν ατν τ σκέλη, κα ρθσιν. 

32 λθον ον ο στρατιται, κα το μν πρώτου κατέαξαν τ σκέλη κα το λλου το συσταυρωθέντος ατ· 

33 π δ τν ησον λθόντες ς εδον ατν δη τεθνηκότα, ο κατέαξαν ατο τ σκέλη, 

34 λλ' ες τν στρατιωτν λόγχ ατο τν πλευρν νυξε, κα εθέως ξλθεν αμα κα δωρ. 

35 κα ωρακς μεμαρτύρηκε, κα ληθιν ατο στιν μαρτυρία, κκενος οδεν τι ληθ λέγει, να κα μες πιστεύσητε. 

36 γένετο γρ τατα, να γραφ πληρωθ, στον ο συντριβήσεται ατο. 

37 κα πάλιν τέρα γραφ λέγει· ψονται ες ν ξεκέντησαν.

    πό ριμαθαίας ωσήφ , ποκαθήλωσις , νταφιασμός 

38 Μετ δ τατα ρώτησεν τν Πιλτον ωσφ π ριμαθαίας, ν μαθητς το ησο, κεκρυμμένος δ δι τν φόβον τν ουδαίων, να ρ τ σμα το ησο· κα πέτρεψεν Πιλτος. λθεν ον κα ρε τ σμα το ησο. 

39 λθε δ κα Νικόδημος λθν πρς τν ησον νυκτς τ πρτον, φέρων μγμα σμύρνης κα λόης ς λίτρας κατόν. 

40 λαβον ον τ σμα το ησο κα δησαν ατ ν θονίοις μετ τν ρωμάτων, καθς θος στ τος ουδαίοις νταφιάζειν. 

41 ν δ ν τ τόπ που σταυρώθη κπος, κα ν τ κήπ μνημεον καινν, ν οδέπω οδες τέθη· 42 κε ον δι τν παρασκευν τν ουδαίων, τι γγς ν τ μνημεον, θηκαν τν ησον.

                                          Κεφάλαιον κ'

  

                                  Κενός καί καινός Τάφος 

   1 Τ δ μι τν σαββάτων Μαρία Μαγδαλην ρχεται πρω σκοτίας τι οσης ες τ μνημεον, κα βλέπει τν λίθον ρμένον κ το μνημείου. 

2 τρέχει ον κα ρχεται πρς Σίμωνα Πέτρον κα πρς τν λλον μαθητν ν φίλει ησος, κα λέγει ατος· ραν τν Κύριον κ το μνημείου, κα οκ οδαμεν πο θηκαν ατόν. 

ξλθεν ον Πέτρος κα λλος μαθητής κα ρχοντο ες τ μνημεον. 

τρεχον δ ο δύο μο· κα λλος μαθητς προέδραμε τάχιον το Πέτρου κα λθε πρτος ες τ μνημεον, 

5 κα παρακύψας βλέπει κείμενα τ θόνια, ο μέντοι εσλθεν. 

6 ρχεται ον Σίμων Πέτρος κολουθν ατ, κα εσλθεν ες τ μνημεον κα θεωρε τ θόνια κείμενα, 

7 κα τ σουδάριον, ν π τς κεφαλς ατο, ο μετ τν θονίων κείμενον, λλ χωρς ντετυλιγμένον ες να τόπον. 

8 τότε ον εσλθε κα λλος μαθητς λθν πρτος ες τ μνημεον, κα εδε κα πίστευσεν· 

9 οδέπω γρ δεισαν τν γραφν τι δε ατν κ νεκρν ναστναι. 

10 πλθον ον πάλιν πρς αυτος ο μαθηταί. 

         μφανησις ες τήν ΠΑΝΑΓΙΑ καί Μαγδαληνή 

11 Μαρία δ εστήκει πρς τ μνημεί κλαίουσα ξω. 

12 ς ον κλαιε, παρέκυψεν ες τ μνημεον κα θεωρε δύο γγέλους ν λευκος καθεζομένους να πρς τ κεφαλ κα να πρς τος ποσίν, που κειτο τ σμα το ησο. 

13 κα λέγουσιν ατ κενοι· Γύναι, τί κλαίεις; λέγει ατος· τι ραν τν Κύριόν μου, κα οκ οδα πο θηκαν ατόν. 

14 κα τατα εποσα στράφη ες τ πίσω, κα θεωρε τν ησον σττα, κα οκ δει τι ησος στι. 

15 λέγει ατ ησος· Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητες; κείνη δοκοσα τι κηπουρός στι, λέγει ατ· Κύριε, ε σ βάστασας ατόν, επέ μοι πο θηκας ατόν, κγ ατν ρ. 

16 λέγει ατ ησος· Μαρία. στραφεσα κείνη λέγει ατ· Ραββουνί, λέγεται, διδάσκαλε. 

17 λέγει ατ ησος· Μή μου πτου· οπω γρ ναβέβηκα πρς τν πατέρα μου· πορεύου δ πρς τος δελφούς μου κα επ ατος· ναβαίνω πρς τν πατέρα μου κα πατέρα μν, κα Θεόν μου κα Θεν μν. 

18 ρχεται Μαρία Μαγδαλην παγγέλλουσα τος μαθητας τι ώρακε τν Κύριον, κα τατα επεν ατ. 

                             μφάνησις ες τούς Μαθητάς 

19 Οσης ον ψίας τ μέρ κείν τ μι σαββάτων, κα τν θυρν κεκλεισμένων που σαν ο μαθητα συνηγμένοι δι τν φόβον τν ουδαίων, λθεν ησος κα στη ες τ μέσον, κα λέγει ατος· Ερήνη μν. 

20 κα τοτο επν δειξεν ατος τς χερας κα τν πλευρν ατο. χάρησαν ον ο μαθητα δόντες τν Κύριον. 

21 επεν ον ατος ησος πάλιν· Ερήνη μν. καθς πέσταλκέ με πατήρ, κγ πέμπω μς. 

22 κα τοτο επν νεφύσησε κα λέγει ατος· Λάβετε Πνεμα γιον· 

23 ν τινων φτε τς μαρτίας, φίενται ατος, ν τινων κραττε, κεκράτηνται. 

                               ες τόν Θωμν μφάνεια 

24 Θωμς δ ες κ τν δώδεκα λεγόμενος Δίδυμος, οκ ν μετ' ατν τε λθεν ησος. 

25 λεγον ον ατ ο λλοι μαθηταί· ωράκαμεν τν Κύριον. δ επεν ατος· Ἐὰν μ δω ν τας χερσν ατο τν τύπον τν λων, κα βάλω τν δάκτυλόν μου ες τν τύπον τν λων, κα βάλω τν χερά μου ες τν πλευρν ατο, ο μ πιστεύσω. 

26 Κα μεθ' μέρας κτ πάλιν σαν σω ο μαθητα ατο κα Θωμς μετ' ατν. ρχεται ησος τν θυρν κεκλεισμένων, κα στη ες τ μέσον κα επεν· Ερήνη μν. 

27 ετα λέγει τ Θωμ· Φέρε τν δάκτυλόν σου δε κα δε τς χεράς μου, κα φέρε τν χερά σου κα βάλε ες τν πλευράν μου, κα μ γίνου πιστος, λλ πιστός. 

28 κα πεκρίθη Θωμς κα επεν ατ· Κύριός μου κα Θεός μου. 

29 λέγει ατ ησος· τι ώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι ο μ δόντες κα πιστεύσαντες. 

                σκοπός τς συγγραφς το Εαγγελίου 

30 Πολλ μν ον κα λλα σημεα ποίησεν ησος νώπιον τν μαθητν ατο, οκ στι γεγραμμένα ν τ βιβλί τούτ·

31 τατα δ γέγραπται να πιστεύσητε τι ησος στιν Χριστς υἱὸς το Θεο, κα να πιστεύοντες ζων χητε ν τ νόματι ατο.

                                    Κεφάλαιον κα'

 

              Ες τήν τιβεριάδα καί θαυμαστή λιεία 

   1 Μετ τατα φανέρωσεν αυτν πάλιν ησος τος μαθητας π τς θαλάσσης τς Τιβεριάδος· φανέρωσε δ οτως. 

σαν μο Σίμων Πέτρος, κα Θωμς λεγόμενος Δίδυμος, κα Ναθαναλ π Καν τς Γαλιλαίας, κα ο το Ζεβεδαίου κα λλοι κ τν μαθητν ατο δύο. 

3 λέγει ατος Σίμων Πέτρος· πάγω λιεύειν. λέγουσιν ατ· ρχόμεθα κα μες σν σοί. ξλθον κα νέβησαν ες τ πλοον εθύς, κα ν κείν τ νυκτ πίασαν οδέν. 

4 πρωΐας δ δη γενομένης στη ησος ες τν αγιαλόν· ο μέντοι δεισαν ο μαθητα τι ησος στι. 

5 λέγει ον ατος ησος· Παιδία, μή τι προσφάγιον χετε; πεκρίθησαν ατ· Ο. 

6  δ επεν ατος· Βάλετε ες τ δεξι μέρη το πλοίου τ δίκτυον, κα ερήσετε. βαλον ον, κα οκέτι ατ λκύσαι σχυσαν π το πλήθους τν χθύων. 

7 λέγει ον μαθητς κενος, ν γάπα ησος, τ Πέτρ· Κύριός στι. Σίμων ον Πέτρος κούσας τι Κύριός στι, τν πενδύτην διεζώσατο· ν γρ γυμνός· κα βαλεν αυτν ες τν θάλασσαν· 

8 ο δ λλοι μαθητα τ πλοιαρί λθον· ο γρ σαν μακρν π τς γς, λλ' ς π πηχν διακοσίων· σύροντες τ δίκτυον τν χθύων. 

9 ς ον πέβησαν ες τν γν, βλέπουσιν νθρακιν κειμένην κα ψάριον πικείμενον κα ρτον. 

10 λέγει ατος ησος· νέγκατε π τν ψαρίων ν πιάσατε νν. 

11 νέβη Σίμων Πέτρος κα ελκυσε τ δίκτυον π τς γς, μεστν χθύων μεγάλων κατν πεντήκοντα τριν· κα τοσούτων ντων οκ σχίσθη τ δίκτυον. 

12 λέγει ατος ησος· Δετε ριστήσατε. οδες δ τόλμα τν μαθητν ξετάσαι ατόν σ τίς ε, εδότες τι Κύριός στιν. 

13 ρχεται ον ησος κα λαμβάνει τν ρτον κα δίδωσιν ατος κα τ ψάριον μοίως. 

14 Τοτο δη τρίτον φανερώθη ησος τος μαθητας ατο γερθες κ νεκρν. 

                  μολογία καί ποκατάστασις το Πέτρου

15 τε ον ρίστησαν, λέγει τ Σίμωνι Πέτρ ησος· Σίμων ων, γαπς με πλέον τούτων; λέγει ατ· Ναί, Κύριε, σ οδας τι φιλ σε. λέγει ατ· Βόσκε τ ρνία μου. 

16 λέγει ατ πάλιν δεύτερον· Σίμων ων, γαπς με; λέγει ατ· Ναί, Κύριε, σ οδας τι φιλ σε. λέγει ατ· Ποίμαινε τ πρόβατά μου. 

17 λέγει ατ τ τρίτον· Σίμων ων, φιλες με; λυπήθη Πέτρος τι επεν ατ τ τρίτον, φιλες με, κα επεν ατ· Κύριε, σ πάντα οδας, σ γινώσκεις τι φιλ σε. λέγει ατ ησος· Βόσκε τ πρόβατά μου. 

18 μν μν λέγω σοι, τε ς νεώτερος, ζώννυες σεαυτν κα περιεπάτεις που θελες· ταν δ γηράσς, κτενες τς χεράς σου, κα λλος σε ζώσει, κα οσει που ο θέλεις. 

19 τοτο δ επε σημαίνων ποί θανάτ δοξάσει τν Θεόν. κα τοτο επν λέγει ατ· κολούθει μοι. 

                        πρός τόν γαπημένον Μαθητήν 

20 πιστραφες δ Πέτρος βλέπει τν μαθητν ν γάπα ησος κολουθοντα, ς κα νέπεσεν ν τ δείπν π τ στθος ατο κα επε· Κύριε, τίς στιν παραδιδούς σε; 

21 τοτον δν Πέτρος λέγει τ ησο· Κύριε, οτος δ τί; 

22 λέγει ατ ησος· Ἐὰν ατν θέλω μένειν ως ρχομαι, τί πρς σέ; σύ κολούθει μοι. 

23 ξλθεν ον λόγος οτος ες τος δελφος τι μαθητς κενος οκ ποθνήσκει· κα οκ επεν ατ ησος τι οκ ποθνήσκει, λλ' Ἐὰν ατν θέλω μένειν ως ρχομαι, τί πρς σέ; 

24 Οτός στιν μαθητς μαρτυρν περ τούτων κα γράψας τατα, κα οδαμεν τι ληθς στιν μαρτυρία ατο. 

25 στι δ κα λλα πολλ σα ποίησεν ησος, τινα ἐὰν γράφηται καθ' ν, οδ ατν ομαι τν κόσμον χωρσαι τ γραφόμενα βιβλία. μήν.

 

Τ δέ Θε μν δόξα κράτος, τιμή προσκύνησις , νν καί εί καί ες τούς αἰῶνας τν αώνων μήν .

καί διά πρεσβειν τς ΠΑΝΑΓΝΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗς ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ μν ΘΕΟΤΟΚΟΥ, πάντες λεωθμεν . μήν 

γγραφον ν εραποστολ ,βκα΄ουνίου κε΄   25 ουν.2021

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *