ΘΕΟΤΟΚΕ ΠΑΡΘΕΝΕ , χαῖρε , Κεχαριτωμένη ΜΑΡΙΑ , ὁ Κύριος , μετά Σοῦ · Εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί , καί εὐλογημένος , ὁ καρπός τῆς κοιλίας Σου · ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν ..
ΔΟΞΑ CΟΙ ! ΔΟΞΑ CΟΙ ! ΜΗΤΕΡ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΟΞΑ CΟΙ ! ΠΑΝΑΓΙΑ ! ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΝΤΕΣ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ CΟΙ , ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΘΕΟΤΟΚΕ !!! --- ὙΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, σῶσον ἡμᾶς, τήν ἐκκλησίαν σου, τήν ποίμνην σου, τούς μοναχούς σου, τό ὄρος σου,τά ἔθνη σου, τήν νεολαίαν σου, τόν λαόν, καί χώραν ταύτην καί τόν κόσμον σου ἅπαντα. Ἀμήν ---Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ, νά εἶναι :βοηθός, ὁδηγός, ἰατρός, συνεργός, ἀρωγός, ἀγωγός, φωτισμός,στηριγμός, ὁπλισμός, στολισμός,πλουτισμός, χορηγός, κάθε θεϊκῆς ἀγαθότητος στήν ζωήν σας.

Σάββατο 29 Μαΐου 2021

Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς

 

Σέ τόν ναβαλλόμενον τό φς   χος πλ.α ΄

 

  Σέ τόν ναβαλλόμενον τό φς σπερ μάτιον , 

καθελών ωσήφ πό το Ξύλου σύν Νικοδήμ , 

καί θεωρήσας νεκρόν , γυμνόν , ταφον , 

εσυμπάθητον μνον ναλαβών , δυρόμενος λεγε · 

Ομοι !!!! γλυκύτατε ησο !!!, 

ν πρό μικρο λιος , ν Σταυρ κρεμάμενον θεασάμενος ,  

ζόφον περιεβάλλετο , καί γ τ φόβ κυμαίνετο , 

καί διεῤῥήγνυτο , ναο τό καταπέτασμα · 

λλ᾿ δού νν βλέπω σε , δι ᾿ μέ , κουσίως πελθόντα θάνατον · 

πς σέ κηδεύσω Θεέ μου ; 

πς σινδόσιν ελήσω ;

ποίαις χερσί δέ προσψαύσω , τό σόν κήρατον Σμα ;

, ποα σματα μέλψω , τ σ ξόδ Σωτήρ μου ;

Μεγαλύνω τά Πάθη σου , 

μνολ καί τήν ταφήν σου , σύν τ ναστάσει κραυγάζων · 

Κύριε , δόξα σοι . 

 

                                   Μετάφρασις 

 

   σένα , Κύριε , πού γορς σάν μάτιο τό φς , 

ταν κατέβαζε πό τό Ξύλο το Σταυρο , ωσήφ , μαζί μέ τόν Νικόδημον , καί σέ εδε, νεκρόν , γυμνόν , ταφον , 

νάλαβε , βγαλε θρνον γεμάτο μέ συμπάθεια , καί κλαίγοντας γοερς λεγε · λοίμονο σέ μένα , γλυκύτατε ησο !!!

   Πρίν πό λίγο , λιος , βλέποντας σε , νά κρέμεσαι , πάνω στόν Σταυρόν ,ντύθηκε στό σκοτάδι , καί γ , πό τόν φόβον της κλονιζόταν , τρεμε , σειόταν ,  καί σχίστηκε , στά δύο , τό καταπέτασμα το Ναο , τό τέμπλο, , τό χώρισμα .

  λλά μως , τώρα βλέπω, καταλαβαίνω, κατανο, τι γιά μένα κούσια, υπέστης τόν θάνατον · 

πς νά σέ κηδεύσω Θεέ μου ;

πς νά σε τυλίξω μέ σεντόνια ;

, ποα σματα νά ψάλλω , κατά τήν κφορά σου , στήν ξοδόν σου Σωτρα μου , εσπλαγχνε Κύριε ;

Δοξολογ τά Πάθη σου · 

συνθέτω μνους γιά τήν Ταφήν σου , μαζί μέ τήν νάστασήν σου  κραυγάζοντας , Κύριε δόξα σοι . 

 

   ωσήφ πό ριμαθαίας , εσχήμων βουλευτής ,  μαθητής κρυφός το Χριστο, χι διά τόν φόβον τν ουδαίων  , λλά ς ξιωματοχος  ,  καί μέλος τς ξουσίας, το συμβουλίου , καί σεβαστός πό πάντων διά τήν νάρετον πολιτείαν του , καί βίον νεπίλειπτον , κράτησε μυστικήν τήν πίστιν του , διά νά μπορε , χωρίς νά γίνεται ντιληπτός, νά νημερώνει τούς Μαθητάς το Χριστο , περί τν σχεδίων τν Γραμματέων καί Φαρισαίων , τν βραίων .

 

   Παρακολουθοσε , τό θεο δρμα, τά Φρικτά Πάθη το Χριστο , σιωπηλός, μέ δάκρυα, καί γανάκτηση    διά τούς  ουδαίους, καί συμπάθεια διά τόν πάσχοντα, ησον .

 

   ταν μως εδε τό τέλος , τήν δικίαν , τή κατάκριση καί καταδίκη , καί θάνατον το Θεανθρώπου , κατά τό νθρώπινον , 

τε εδε , τι οδέν φελοσε πλέον στάση ατή , πλισθείς μέ θάρρος, γάπη , πστη καί θείαν τόλμην ...πως λέγει τό ερό Εαγγέλιον ....

...τολμήσας εσλθεν πρός Πιλτον  καί τήσατο , τό Σμα το ησο.....

 

!!! θεία τόλμη !!!

!!! χειρν χράντων!!! 

!!! θεία  σκέψη !!!

!!! θεία ψυχή !!!

!!! νδρεία !!!.

!!! θεία τόλμη!!!

!!! οράνιος νος!!!

!!! θεία κορυφή !!!

!!! ρχαγγελικν μμάτων !!!

!!! θεα τα !!!!

!!! θεία γλττα !!!

!!! μακαρία ρα !!!

!!! θεος τόπος !!!

!!!θεες χερες !!!

!!! μακάριοι πόδες, !!!!

 

το μέν μαθητο προδότου , μετά τήν νψιν τν ποδν πό το Διδασκαλου , τρεχον νά πωλήσουν τόν τίμητον , ζητντας χρυσόν ,πουλντας τόν Χριστόν , τότε ο πόδες το ωσήφ , τρεχον πρός τόν Πιλατον  διά νά ζητήσει τό Σμα, τό ποον γιά ατούς, φο τό κατεδίκασαν καί τίμασαν , ταν χρηστο, περιττό και νοχλητικό κόμα καί φαινόμενο .

 

Τολμήσας , εσλθε πρός τόν Πιλάτον ....

τολμήσας....

γάπη πρός τόν Θεον διδάσκαλον , ζητ θυσία...

μείζονα ταύτης γαπην οδείς χει , να τήν ψυχήν ατο , πέρ τν φίλων ατο θ ....

 

εχε κούση ατς τς μακαρίας φωνς πό τό ερό στόμα το Διδασκάλου του , καί τώρα περνάει πό τήν θεωρία , στήν πράξη , 

τό βλέπει μπρακτα, καί ...ντιγράφει τόν Διδασκαλον , 

τολήσας νά ζητήσει πό τόν Πιλάτο, πού κατεδίκασε σε θάνατον τόν ναμάρτητον .

 

   Βλέπει την ΠΑΝΑΓΙΑΝ Μητέρα του , σταμένη παρά τ Σταυρ το Σωτρος , κοίμητος λαμπάς, τάραχη , φωνη , θόρυβη  ταπεινή , λλα καί μέ ορανια ρχοντιά, τοιμη  νά μυρίσ , τόν Χριστόν πού εχε ς Βρέφος θηλάσει , γέρωχη , τάραχη , μέ μία παραδεισένια μορφία θεϊκή λαμπρότητα , κατανοών  τό λεχθέν :: .

..ν Θεός χει , εχε μητέρα, σγουρα, εναι Μητέρα του ...

 

καί συγκλονίζεται , μή δυνάμενος νά μείνη δρανής , καί ναλαμβάνει τό χρέος διά λην τήν νθρωπότητα, ς πρόσωπος  λου το νθρωπίνου γένους, πού ζησε , ζοσε , ζ καί θα ζήση , ποδίδοντας , τό φόρο τιμς , εχαριστίας, εγνωμοσύνης , να κηδεύση τό ησον !!!.

 

   Πλησιάζει , μέ μεγάλη γάπη , φοσίωση , καί σεβασμό , ρετές πού εχε καί δειχνε στόν Διδάσκαλο , καί τώρα , ερροπρεπέστερα μέ θυσιαστική γαπη , κάνει τό βμα πρός τόν Πιλάτον ...

 

   Σαυτές τίς ερές στιγμές, μέχρι νά μιλήσει καί παραστ στόν Πιλτο, ερά καρδιά του ταυτίζεται μέ τήν θεϊκή , καί ναλαμβανοντας εσυμπάθητον θρνον γοερς , τοιμάζει τά τς ταφς, κατά τό θος τν ουδαίων .

 

   Μετά δέους , καί τρόμου καί φόβου θεϊκο , λλα μέ σταθεράς χερας , ποιε τά τς ταφς, γιά νά κηδεύσει , τοποθετήσει, σάν σέ παστάδα , στό δικό του, δειο , κενό καί καινό μνημεο .

 

   Καί ερός μνογράφος, ξ σου τολμηρός καί ερροπρεπής ς ωσήφ, τοποθετε ες τό στόμα του , τά ερά λόγια ,  πως σκέπτεται, τι θά ...σκέπτετο ωσήφ , καί ναδεικνύονται καί ο δύο ερροπρεπες , καί ξεχωριστοί , μέ οράνιο κάλλος και τιμή καί δόξα ...

 

ς παρακολουθήσωμε κατά προσέγγιση , λλά τολμηρς καί σταθερς , τίς σκέψεις καί πράξεις των .

 

   σένα , λέγει , Κύριε, πού σάν μάτιο χει τό κτιστο  το θεϊκό φς , κατεβάζων  μετά φόβου καί τρόμου ωσήφ πό τήν νάρτησην του στόν Σταυρόν ,μαζί μέ τόν Νικόδημον , βλέποντας σε νεκρόν , γυμνόν , ταφον , σένα πού πρό λίγου , βλέποντας λιος ασθητός, σέ τόν λιον τς Δικαιοσύνης πάσχοντα ,  μπαιζόμενον , δεν ντεξε τήν θεοκτονίαν , καί ντύθηκε στά μαύρα, συνέστειλε τίς κτίνες, λέγχων μαυτόν τόν τρόπο τούς θεοστυγες φονες, γ , σείετο, κλονετο , καί τό καταπέτασμα το ναο σχίσθη πο νω ως κάτω στά δύο .

  Βλέποντας ατά, νά πάσχη τό θεον , νέλαβε, καμε γοερς πιτάφιον θρνον , θρηνν διά τήν δικίαν , καί λεγε · λοίμονο μου  γλυκύταετε ησο , φο κατενόησε ψυχος κτίσις τό θεο δρμα, λλά μες ο νθρωποι, δεν καταλάβαμε · τώρα μέ ατά κατανο , τι πάσχεις,  διά μένα , τόν πεπτωκότα νθρωπον διά τήν σωτηρίαν μου , καί κουσίως πέστης τόν θάνατον , τήν εράν προηγουμένη νύκτα, πού παρέδινες τόν αυτόν σου .

βλέποντας , τήν θεότητα σου , και τήν δική μου πτωχεία, πς νά σε κηδεύσω Σωτήρα μου ;

πς νά τυλίξω μέ σεντόνι τό χραντον Σμα σου;

μέ ποα χερια νά γγίξω τό χραντο Σμα ;

καί ποα σματα, τί μνους ξοδίους να π διά τήν ξοδον , ταφήν σου , φο εσαι χαρά τν γγέλων , 

μνος τν ρχαγγέλων ,

τό σμα τν Χερουβίμ 

καί τά Σεραφείμ εναι τό ρμα σου  ;

 

μως , παρά τήν μικρότηά μου , θά δοξολογήσω τά χραντα σωτήρια πάθη ,  πού πέφερες γιά μένα , καί θά μνήσω καί τήν Ταφήν σου ., καί μαζί μέ τήν Λαμπράν σου καί νδοξον νάσταση θά βοήσω, θα κραυγάσω, Μακρόθυμε, Κύριε, δόξα σοι .

 

   Δόξα σοι , Κύριε, δόξα σοι γιε · δόξα Σοι Βασιλε · δόξα σοι Θεός μν , προσκυνομέν σε τρισυπόστατε , Κύριε, δόξα σοι .

   σταυρώθης μέ τήν σάρκα , Σύ  παθής κατά τήν θεότητα , κεντήθης μέ λόγχη τήν πλευράν , πηγάσας Αμα καί δωρ ·Σύ εσαι Σωτήρας μας, καί σέ δοξάζομεν · 

   Τιμ σου τόν Σταυρόν , δοξάζω καί τήνΤαφήν γαθέ ,μν καί προσκυν , καί τήν θείαν γερσιν · σύ εσαι Σωρας, καί σέ δοξάζωμεν · 

   Καί ν γεύσω χολήν , μως εσαι γλυκασμός τς Εκκλησίας , καί πήγασες διά μς , τή φθαρσίαν κ τς πλευρς σου · Εσύ εσαι Σωτρας μας καί σέ δοξάζομεν·

   λογχεύθηκες τήν Θείαν σου πλευράν , λογίσθηκες μετά τν νεκρν  γά νά ναστήσεις τούς νεκρούς , γεύθης τήν φθοράν , λλά διαφθοράν δέν γεύθηκες, σύ εσαι Σωτρας μας, καί σέ δοξάζομεν  

   Εφραίνετα Σιών , γάλλεται καί ορανός , νέστη    Χριστός , ξαναστήσας τούς νεκρούς  μνολογοντας σε, Εσύ εσαι Σωτρας μας , καί σέ δοξάζωομεν · 

   ΘΕΟΤΟΚΕ Μήτηρ το Θεο , συνέλαβες στήν θείαν Σου γαστέρα τόν θεόν , καί γέννησες τόν Λυτρωτήν , διαλύουσα τήν κατάραν τς παρακος τν πρωτοπλάστων · τόκος Σου εναι Θεός, κν σάρκα φορε  .

  νεβλάστησας κ τς ίζης το εσσαί , καί διά μς, κατά σάρκα, νεβλάστησας , τό νθος Χριστόν .

   Ατόν πού βάστασας κόπως στήν ΠΑΝΑΓΙΑ Μήτραν σου , τεκοσα λοχεύτως , κέτευε ς Υόν Σου καί Θεόν , πως παράσχη φεσιν μαρτιν , καί τν πολλν γκλημάτων · γνωρίζω, τι δύνασαι  να κπληρώνεις λα τά ατήαματα .

   Σέ νυμνομεν , καθώς μέ τήν σπορον Σου κύησιν , γέννησας πέρ φύσιν , κενον πού καινούργησε τήν φύσιν τν βροτν , τόν μόνον Δεσπότην .

    τιμία γαστέρα Σου γεώργησε γεωργήτως , σάν μπελος τόν βότρυν τς αφθαρσίας , πό τήν ποίαν πηγάζουν ο κρουνοί τς φθαρσίας , αώνιος ζωή .

   χώρησας είς τήν Θεοδόχον γαστέρα Σου , ς Βρέφος, τόν παντέλειον Θεόν , τόν ποον τρέμουν τά σύμπαντα καί α οράνιες Δυνάμεις , καί θεοπρες πως γνωρίζει κενος , σκήνωσε στήν Μήτραν Σου , λύων τήν κατάραν , τήν προελθοσα πό τήν παράβασιν τς ντολς, , τήν διά βρώσεως , τροφς πικρς ποδειχθείσης .

  πλωσας τά θείας Σου γκάλας καί βάστασας, τόν δημιουργήσαντα καί βαστάζοντα τά πάντα .

  πλωσεν Υός Σου τάς χερας ν Σταυρ , καί νωσε τά πρίν διεσττα , καί τά θνη τά μακράν συνεκαλέσω ες να .

   ν , χαριστος λαός , βο πρός τόν Πιλάτον , νά πολύση τόν κακοργον ληστήν , καί καταδικάση ,τόν μόνον ναμάρτητον .

   μες δέ Χριστέ, προσκυνομεν τόν Σταυρόν , νυμνομεν τήν ταφήν , τιμμεν τά Πάθη , καί τούς λους τν χειρν , καί τήν λόγχη , καί τήν νάστασην.

   Μέ τήν νάστασην σου Σωτήρ , συνετρίβησαν ο μοχλοί το δου , καί ο πύλες , καί εύθέως διελύθησαν τά δεσμά το θανάτου , πό τόν φόβον τς δυνάμεως σου .

   Εύφραίνονται μως , τν μαθητν χορεία , μαζί μέ τίς Μυροφόρες καί ωσήφ , μέ τόν Νικόδημον , καί λοι ο Μαθηταί καί Μαθήτριες του Χριστο.

   μιλογομεν τήν χάριν , κηρύττομεν τήν εργεσίαν , καί διακηρύσσομεν τήν σωτηρίαν  τήν ποίαν διά το κουσίου σου Πάθους δωρήσω ες τόν κόσμον .

   Διά το Σταυρο , χμαλώτησας τήν γαστέρα το δου , συνήγειρας τούς νεκρούς , κατέλυσας το θανάτου τήν τυρανίδα · 

   λύτρωσας μς τς ρχαίας κατάρας, καί λύεις τά δεσμά τν πολλν μαρτημάτων , λίθος κεκύλισται, τάφος κεκένωται,ο φύλακες πνον , φωλιά κενή φυλάσσουν τήν φωλιά , καί νεοσσός , πέταξε ες τήν φωλιά και ποίμνην τς κκλησίας .

   Ο  Μυροφόρες , τρέχουσαι μετά μύρων , εδον τόν γγελον , μηνύων τήν νάστασιν , τρεχον Μυροφόρες , καί πέστρεψαν Εαγγελίστριαες , εαγγελιζόμενες καί κηρύττουσαι στούς κήρυκας, τήν νάσταση .

   ξέδυσας μου ,Κύριε , τήν ρχαίν στολήν τήν ποίαν ξύφανε παμπόνηρος φις , σπορές τς μαρτίας , καί μέ νδύθηκες , για νά νδυθ σένα ,μέ τό βάπτισμα... σοι ες Χριστόν βαπτίσθητε, Χριστόν νεδύσασθε.

  Μή φυλάξας Σωτήρ μου , τήν πρώτην ρχαίαν ντολή , μο ραψε φύλλα συκς μαρτία μου , καί μαστιγώθης , να πηγάσης μου τήν πάθεια , καί νδύσεις με, μέ τήν θεία σου χάριν .

  Καί ατήν τήν θυσίαν , βλέπουσα σπόρως συλλαβοσα σε καί Τεκοσα , μπεμπτος ΠΑΡΘΕΝΟΣ, δονετο τά σπλάγχνα Μητρικς , ρώσης σου τήν σταύρωσιν ,ν πέρ πάντων πομένεις, Υός καί Θεός μου κραυγάζουσα  καί λέγουσα .

   Μέ τήν Σταύρωσιν σου , μέ τό πλον του Σταυρο , καθελες τόν ρχέκκον φιν , συντρίψας τό κέντρο το θανάτου , καί δωκας ες μς πλον κατά το πονηρο , τόν τιμίον Σταυρόν σου ,

καί τό σχμα το σταυρο, δαίμονας φυγαδεύει .

   Κρεμάμενος πί Σταυρο , πιτελών τήν πραγματικήν καί σωτήριαν νάρτησιν ν Σταυρ , πσα κτίσις θεωροσα κλονετο , καί λεχγχε  τούς πειθες ουδαίους .

   Κρεμάμενος , καί κραυγάσας τό , Τετέλεσται, λοκλήρωσας τό ργον τό ποον δωκε σου Πατήρ , να ποιήσεις, λοκληρώθη σωτηρία το βροτείου γένους ,  καί ....κράξας φων μεγάλ , φκας τό πνεμα....

καί ομφαία διλθε , τήν καρδία το δου , νεκρώθη , καί θαῤῥομεν ο γηγενες , καί σους εχε ες τήν γαστέρα του , σκυλεύθη γυμνωθείς .

   σκυλεύθη δης, λαβον θάῤῥος ο νεκροί , τά μνημεα νεώχθησαν , καί πό τότε πνος θάνατος νομάζεται .

   Καθελών ωσήφ τόν λυθέντα το σώματός σου ναόν , πό το ξύλου , μετά το Νικοδήμου , μύρισε  , βαλών τά μρα,τιμντας τό άθάνατο και αώνιον , Μρον .

   Θέλων πάντας πως λυτρώσεις τς πλάνης , νέχθηκες νά προσηλωθς ες τόν Σταυρόν , να μες νατενίζομεν κλινς , ες τά θεα σου Παθήματα,τρωτοι διαμένομεν , ες τά δήγματα το φεως , ς ποτέ πί Μωϋσέως ο σραηλίτες .

  ψούμενος ν Σταυρ , λους προσκαλες ες τήν Βασιλείαν σου , καί προαρπάζουν ατήν μοιχοί ,τελνες καί πόρνοι , μεταποιούμενοι , καί τατα πάντα  κών πάσχεις ,  διά τίς μαρτίες μας .

   Ο φύλακες πνον , καί ς μολογήσουν , πς νέστη Ζωοδότης, φο φύλαττον , καί ο σφαγίδες  παραβίασται , καί 

οδείς πλησιάσας .

   Τί φυλάττετε ς νεκρόν τόν Θεόν ; τοποθετήσατε σφραγίδες φοβούμενοι κλοπήν ,λλα ξανέστη , καί πς θα νεστήνετο, ν δεν ταν θεός σταυρωθείς καί ταφείς  καί ναστάς ;

   Τί μετά νεκρν ζητετε Μυροφόροι γυνακες, τόν ζντα καί τήν ζωήν τν πάντων ;

   Βλέπετε , τίς κτνες το λίου , νά συστέλλονται πό φόβο , νεκροί άνίστανται , τά ρη κλονονται ,δονεται , σείεται γ , δης γυμνώθη .

   Ο ουδαοι τυφλοί , πλάνοι καί παραβάτες , πιστον στήν νάσταση το Χριστο , καί συκοφντον ς ψευδή , τήν νάστασην το Χριστο , τούς νεκρούς γείρας .

   'Ιουδαοι χθροί , πλάνοι καί παραβάτες , συκοφαντετε τήν Ανάστασιν , καί πό φθόνο , καί τά παρόντα θαύματα , προσπαθετε να καλύψετε, αλλά ρωτστε τους φύλακας, σας, τί παθαν κενοι, ποιός, κύλισε τόν λίθον κ τς θύρας το μνημείου ;

   Ποος εναι Εκενος πού ξήρανε  μέ λόγον μόνο τήν συκν , καί θεραπεύσας , ασάμενος , τήν ξηρανθεσαν χερα ; ποος εναι χορτάσας τά πλήθη μέ ροτυς στήν ρημο ;δέν εναι Χριστός ,  Υός το Θεο , γείρας καί τούς νεκρούς ;

   Ποος εναι φωτίσας τούς τυφλούς, καί νορθν τούς παραλύτους , καθαρίσας τούς λεπρούς  ,καί μογγιλάλους ρήτορας ποιήσας , πεζεύσας σεί ξηράν τήν θάλασσαν , καί κύματα  κατευνάσας, ν δεν εναιΧριστός Θεός , ναστάς , καί τούς νεκρούς γείρας ;

   Ποιός εναι ναστήσας τον Λάζαρον τετραήμερον , καί τήν χήρας τόν υόν , καί νορθώσας τον πί κλινης παράλυτον ;

   Κράζει , δηλώνει, μαρτυρε , λίθος , ο σφραγίδες που βάλατε , ο φύλακεςς, πού θελαν φύλακα ,λλά καί πάλιν  θά ποροσαν .

   δετε μως τι κρεμάμενον ν Σταυρ , ληστής πιγνόντα τόν Σταυρωθένα ς Θεόν , κέρδισε τήν αώνιον ζωήν .

   λλά  , Κύριε, καί ν ο γνώμονες συκοφαντον , καί  θελοτυφλον , μες σε μολογομεν Σωτρ, Λυτρωτήν καί Ζωοδότην .

   Ἐῤῥαπίσθης δι ᾿ μς , νεπτύσθης , χλευάσθης  ησο , ξος καί χολή ποτίσθης , δούς τό Σμα καί τό Αμα , ες βρσιν καί πόσιν , αωνίου ζως .

  κεντήθης τήν Ζωοποιόν Πλευράν , πηγάσας Αμα καί δωρ , ς είζωον πηγήν .

   σταυρώθης ν μέσω δύο ληστν , ς κακοργος , λογίσθης ς νεκρός , ζωώσας τους νεκρούς ,κατετέθης ν τάφ , κενώσας τούς τάφους , σκύλευσας τόν δην , ναστήσας τόν δάμ .

   Ζν διλθες  ώμενος πσαν νόσον καί πσαν σθένειαν ,

λλά καί νεκρωθείς κατά ό νθρωπνον , δέν διέλιπες εεργετν , τύραννον δην πατήσας , ξήγειρας φθορς τόν κόσμον , βουλόμενος δωρήσασθαι χαρά στό πλάσμα σου , πό που προλθεν λύπη .

  Ἔῤῥανον μύρα μετά δακρύων ο γυνακες Κύριε , λλά πλήσθη χαρς τό στόμα ατν , ταν νήγγειλαν στούς Μαθητάς , νέστη Κύριος.

   Προσλθον μετά κλαυθμο καί δυρμο  , καί διελογίζοντο το λίθου τήν μετάθεση ,λογιζόμεναι : μετά νεκρν ζωή ; πό τήν γν νέσπερος λιος ;

   λλά , ξαστράπτων γγελος διέλυσε τόν φόβον αυτν τν ψυχν , χαροποιά σύμβολα στούς Μαθητάς μεταφέροντες, φήσαντες , τήν τάξιν τν μυροφόρων , γενόμεναι εαγγελίστριαι .

   Μετά φόβου λθον ες τό μνμα , να μέ ρώματα  τό Σμα σου μυρίσαι σκεπτόμεναι ,  Κύριε , λλά μή εροσαι τό κήρατον Σμα , γνοοσαν τήν νάστασιν , ως του , νευσας γγελον , διαλύων τόν τάραχον τν ψυχν .

   ρθίζομεν , Κύριε, ρθρου βαθέως  καί δέξαι ντί μύρων τόν μνον , συμπορευόμενοι μετά τν μυροφόρων , να σε δομεν ναστάντα., τριήμερον κ τάφου , χι μέ τά σωματικά βλέφαρα , λλά μέ τά τς ψυχς τά μματα πιστεύσαντες και μολογοντες τον Σταυρόν , τήν Ταφήν , καί τήν Ανάστασιν , διά τν ποίων μς σωσες.

 Μακαρίζομεν τά χέρια το ωσήφ , σάν λλο Χερουβικόν ρμα , σπαζόμεθα τάς παλάμας , διά τν ποίων , τόν λιον , τόν Σωτρα , ν τάφ κατέθεσαν ,  καθελών τήν φθοράν  κραταιός , καί τούς ν δ ἁῥπάσας δυνατός , δωρήσατο πσι, ζωήν αώνιον .

   Φρίττουν τά ορανια στρατεύματα, α Δυνάμεις τν ορανν , βλεποντες ορανόθεν τόν ωσήφ , κηδεύοντα τόν θάνατον Θεόν , καί λογίζεται , μετά νεκρν ζωή τν πάντων .

    κόσμος , μακαρίζει , ο προφτες γάλλονται , ο πιστοί θαυμάζομεν , και μέ μνους ,δάς καί ελογήσεις , δεήσεις καί κεσίας, ντεύξεις καί δοξολογίας , τιμμεν , σο χωρε δύναμος φύσις μας , τόν οράνιον Βασιλέα,τόν Βασιλέα τς δόξης , τς δόξης τόν Κύριον.

  χαιρον α Μαθήτριαι το Χριστο , βλέπουσαι τήν μετάθεση ο λίθου , πιστοποιν τήν νάστασιν , καί μαθοσαι πό τν λευκοφανν , καί στραπηφόρων γγέλων , τήν νάστασιν το ναστήσαντος νεκρούς , ναβλέψασαι το τάφου τήν εσοδον , διηπορούμεναι τήν μετάθεσιν ,πέστρεφαν κηρύττουσαι , στούς κήρυκας ατόν  Μαθητάς τό καινόν καί παράδοξον θαμα , τι νέστη ζωή τν πάντων , καί πατήσας θανάτ τόν θάνατον ,δωρήσατο μν τό μέγα λεος .

   Ες τούς νεκρούς Λυτρωτής ; δυ πό γν λιος ; Ζωή ν τάφ; νω ν θρόν ,καί κάτω ν τάφ;ν δεσμος Λυτρωτής ;λλα φύσις σθενής  τήν νδρείαν νίκησεν , τι γνώμη συμπαθής τόν Θεόν εηρέστησε , καί μαθοσαι παρά το γγέλου τό καινόν καί παραδοξον θαμα , φήσασαι τήν τάξιν τν μυροφόρων , γιναν εαγγελίστριαι εύαγγελιζόμεναι ερήνην , τήν ερήνην τήν θεόσδοτον κείνην,δειλισαι ουδαίων τήν αθάδειαν ,καί τν στρατιωτν παρορσαι τήν σφάλειαν .

   γγελος τό χαρε , πρό τς συλλήψεως  , ες τήν ΑΓΝΗΝ  ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΝ μήνυσε, καί τανν ,γγελος  τόν λίθον το νδόξου μνήματος κύλισεν  · μέν ντί τς λύπης , σύμβολα εφροσύνης μηνύων , δέ ντί θανάτου , Δεσπότην ναστάντα κηρύττων μήνυσε .

  Τί τά μύρα , μαζί μέ τά δάκρυα Μαθήτριες Χριστο στόν τάφον κιρντε ; λίθος κεκύλισται , Τάφος κεκένωται , φθορά , πατήθη πό τήν ζωήν , τό θνητόν σώθη μέ τήν σάρκωσιν  καί σταύρωσιν  καί νάστασιν το Χριστο .

   ρμα Χερουβικόν , νεδείχθης ωσήφ, φέρων πί μων , τόν καθήμενον ν ορανος , τόν περιπατοντα πί πτερύγων νέμων  , τόν απτόμενον τν ρέων καί καπνίζοντα , τόν πιβλέποντα πί τήν γν καί ποιν ατήν τρέμειν .

   Καί ασθόμενος, τήν διαιτέραν τιμήν , μά καί εθύνην , καί τήν μοναδικότητα εςτήν στορίαν τς νθρωπότητος, νδακρυς , προθύμ λογισμ καί ζεούσ καρδία, , μέ σταθεράς, λλά καί σταθεράς χερας , τ δέει κρατούμενος ,καταβιβάζει πό τόν Σταυρόν , τόν ....μεγάλο Ξένον ....τόν βασιλέα τς δόξης , ν πρό τινων ρν , λλα χέρια, σεβ καί βέβηλα, καθήλωσαν ες τόν Σταυρόν , 

λόγχευσαν τήν χραντον πλευράν , 

πηξαν τούς λους , 

πρόσφεραν τό ξος , 

τήν χολή , 

ξέδυσαν τά μάτια 

νέδυσαν τήν χλαμύδα,

θηκαν τόν κανθινον στέφανον , 

μαστίγωσαν , 

κολάφησαν , 

σπρωξαν , 

κτύπησαν , 

κίνησαν τόν λαόν ..

 

   Καί ναλογιζόμενος, τό ψος τς διακονίας, τό βάθος τς ποστολς, τό πλάτος το γχειρήματος, πιστρατεύει τίς δυνάμεις του , νεάζων ν φρονήματι, καί ποδίδει τήν τιμήν διά λο τό νθρωπινον γένος, καί γοερς , νακράζει στόν ζωοποιόν νεκρόν , και νεκρώσαντα τόν θάνατον διά το θανάτου :....

   Πς να σέ κηδεύσω Θεέ μου , τι Θεός πάρχεις, κν σάρκα εληφας, κν νεπαίχθης, καί σταυρώθης, καί ξος ποτίσθης , λλα΄τώρα βλέπω τι τατα καί λα, κών πάσχης διά μένα τόν παραπεσόντα καί πεπτωκότα νθρωπον · μολογ τήν χάριν , 

κηρύττω τό λεος, 

ο κρύπτω τήν εεργεσίαν , οδέ τήν γάπη μου γιά σένα , πού γινες κατά πάντα  μοιος μέ μένα , πλήν τς μαρτίας, διά νά μς παναφέρεις στήν χαμένη πατρίδα, καί νοίξης τόν κεκλεισμένον Παράδεισον , καί κάνεις , κατά πάντα μοιους μέ σένα , πλήν τς θεϊκς σου οσίας .

 

   πως εναι δύνατον , νά χεις μαρτίαν  , μοίως εναι δύνατον , νά χωμεν τήν σήν οσίαν · λλά πως μετείληφας τς σαρκός μας, οτως μετέδωκας τν νεργειν τς θείας σου χάριτος .

 

  τε ον εσχήμων καί τολμηρός μαθητής καθελε  σε από το Σταυρο Κύριε , ς νεκρόν , ταφον , τήν Ζωήν τν πάντων , μέ μύρα καί σινδόνας τείληξε τό χραντον σου Σμα , καί θεσε ες τό καινό δικό του μνημεον  φλεγόμενος πό γάπη , λλά συστελλόμενος πο φόβον , βόα σοι. Μακρόθυμε Κύριε, δόξα τ συγκαταβάσει σου .

   γεννήθης ες σπήλιον , λλά καί τοτο λλότριον , ...

ες λην σου τήν ζωήν οκ εχες , πο τήν κεφαλήν κλίνειν ....εςτόν Σταυρόν απέθανες, ..

καί ες ξένοντάφον τάφης, σύ δούς τροφήν πάση σαρκί ,καί διά το λόγου σου Λόγε το Θεο δημιούργησας τα πάντα. 

   τέθης ν τάφ ζωή το παντός , καί κενώσας τούς τάφους, καί ποιήσας τόν θάνατον ς πνον .

   Κατετέθεις  ν τάφ , ναβαλλόμενος τό φς σπερ μάτιον , φριττον α Δυνάμεις τν ορανν , βλέποντες συκοφαντούμενον , τόν κοινόν Δεσπότην , δοξάζοντες τήν φατον αύτο μακροθυμίαν  , καί τό μέγα λεος, δόξα σοι..

   Δοξάζομεν τά Πάθη , τιμμεν τήν Ταφήν , σύν τ ναστάσει καί βομεν ,

δόξα τ φιλανθρωπί σου Κύριε · 

δόξα τ μακροθυμί σου γιε· 

δόξα τ εσπλάγχνία σου Βασιλε .

   Δόξα σοι , Κύριε ·

   Δόξα Σοι γιε · 

   Δόξα σοι Βασιλε · 

   Δόξα σοι Θεός μν , 

  Εχαριστοντες , 

προσκυνομεν σε Τρισυπόστατε Κύριε ,  δόξα σοι . 

δέ ΧΡΑΝΤΟς ΠΑΡΘΕΝΟΣ σε ρσα νεκρόν κρεμάμενον , λγει τα σπλάγχνα Μητρικς , βοσα, 

Μακρόθυμε Κύριε, Υέ καί Θεέ μου , σζε τούς σέ μεγαλύνοντας, καί τιμντας τήν σέ Τεκοσαν  .μην .γενοιτο.

 

ν εραποστολ , 

, βκα΄Μαϊου κδ ΄....(24-5-2021 ) 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *